Καλώς ήλθατε !

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

O Αρχάγγελος Σήμερα

Ο Αρχάγγελος σήμερα αποτελεί ομώνυμο χωριό της Ανατολικης Ρόδου περιλαμβανοντας τις κοινότητες Μασσάρων και Μαλώνας. Ο Αρχάγγελος βρίσκεται στην Νοτιοανατολική πλευρά του Νησιού σε απόσταση , 28 χιλιομέτρων από την πόλη της Ρόδου , 2 χιλιομέτρων από την ακτή , σε γεωγραφικό υψόμετρο 161 μέτρων και με έκταση που ξεπερνά τις 48.000 τετραγωνικά στρέμματα. Αριστερά και στην είσοδο του Αρχαγγέλου βρίσκεται το Κέντρο Υγείας Αρχαγγέλου που παρέχει Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας. Την φανταστική θέα που αντικρίζουμε καθώς βαίνουμε προς την κωμόπολη του Αρχαγγέλου μας την προσφέρουν τα δύο βουνά , ο Προφήτης   Ηλίας στην Νοτιοανατολική πλευρά και ο Κάραβος στην δυτική πλευρά , βουνά που σκιάζουν Νοτιοανατολικά την κωμόπολη κατά τις πρωινές ώρες και δυτικά κατά τις απογευματινές ώρες. Η κωμόπολη του Αρχαγγέλου απλώνεται μπροστά από το δύο βουνά και καταλαμβάνει τα 5.000 τετραγωνικά στρέμματα αφήνοντας μία πεδιάδα , από ελαιώνα να καταλαμβάνει τα υπόλοιπα 35.000 τετραγωνικά στρέμματα της εκτάσεώς του Δήμου , που στα άκρα της έχει μία συνοριακή οροσειρά να την περικυκλώνει .
Στο εσωτερικό του Αρχαγγέλου βρίσκουμε τα στενά δρομάκια, κοντά και γύρο από την Εκκλησία του Ταξιάρχη που αντιπροσωπεύει τον Πολιούχο του Αρχαγγέλου "Αρχάγγελο Μιχαήλ " , ανάμεσα στα στενά δρομάκια τα παραδοσιακά σπίτια που κρύβουν μέσα τους την Αρχαγγελίτικη παράδοση . Στο κέντρο, μπροστά στο Δημαρχείο , έχουμε την πλατεία Αφεντικά και γύρο από αυτήν της διάφορες επιχειρήσεις που δίνουν ζωντάνια στην κωμόπολη κατά τις ώρες των συναλλαγών και τις βραδινές ώρες. Τα παραδοσιακά καφενεία , τα εστιατόρια με τα Αρχαγγελίτικα φαγητά , τα ξενοδοχεία και τα πανσιόν βοηθούν στην επιβίωση και παραμονή του αλλοδαπού πληθυσμού του Αρχαγγέλου.
Στον Αρχάγγελο σήμερα έχουμε : Πρώτο Γυμνάσιο Λύκειο , Πρώτο Δημοτικό Σχολείο , Δεύτερο Δημοτικό Σχολείο , Πρώτο κρατικό παιδικό σταθμό , ιδιωτικό παιδικό σταθμό , Πρώτο και Δεύτερο Νηπιαγωγείο , Πρώτο Αστυνομικό Τμήμα , υπερσύγχρονο Γήπεδο Ποδοσφαίρου , υπερσύγχρονο Γυμναστήριο, Κέντρο Υγείας, Τράπεζες και Ταχυδρομείο.

Επίσης στον Αρχάγγελο συναντάμε διάφορα μοναστήρια όπως το μοναστήρι των "Αγίων Αποστόλων" που μπροστά του βρίσκεται το νεκροταφείο της κωμόπολης. Το μοναστήρι του "Αγίου Αντώνη" στο κέντρο, του "Αγίου Γιάννη" στα στενά δρομάκια , του "Αγίου Γεωργίου" στο Κάστρο και μία σειρά διαφόρων μοναστηριών που βρίσκονται απλωμένα στην έκταση του Αρχαγγέλου όπως η πασίγνωστη Μονή Τσαμπίκας που βρίσκεται σε ύψωμα κοντά στο χωριό και χτίστηκε πρίν απο 700 περίπου χρόνια. Ο Αρχάγγελος σήμερα εξακολουθεί να διατηρεί και να προικίζει την τέχνη των κεραμικών που από τόσο παλιά συσχετίζεται με τον τόπο μας , όπως επίσης και την τέχνη της χειροποίητης ταπητουργίας.

Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Αρχαγγέλου " Ο ΑΙΘΩΝΑΣ"  φροντίζει να ξυπνά της παραδόσεις του τόπου μας. Μια ξεχωριστή ομορφιά στον Αρχάγγελο του σήμερα δίνουν οι τρείς παραλίες των Στεγνών   της Τσαμπίκας και του Χαρακίου.Ο Αρχάγγελος σήμερα περήφανα διατηρεί τα ήθη, έθιμα και της παραδόσεις που οι  ρίζες τους χάνονται στα βάθη των αιώνων ενώ παράλληλα διατηρεί και μια ξεχωριστή παρουσία στον τομέα της κοινωνικής ανάπτυξης βάζοντας τα θεμέλια για μια σύγχρονη δημιουργική και παραγωγική πόλη γεμάτη απλούς και φιλικούς ανθρώπους οι οποίοι υποδέχονται κάθε επισκέπτη.
Απο το 1998 έχουμε την συνένωση με τις κοινότητες Μαλώνας κα Μασσάρων.

Ιστορική Αναδρομή

Το 1500 π.Χ οι "Αχαιοί" είναι οι πρώτοι Έλληνες κάτοικοι που αποικούν στην περιοχή της σημερινής "Φιλέρημου" που τότε λεγόταν "Αχαΐα". Το 1100 π.Χ. με το τέλος του "Μυκηναϊκού πολέμου" γίνεται κάθοδος των "Δωριέων" στην Ρόδο και κτίζονται οι τρεις πόλεις κράτη της Ρόδου : "Λίνδος - Ιαλυσός και Κάμιρος", που μαζί με την "Κω , Κνίδο και Αλικαρνασσό" ιδρύουν τη Δωρική Εξάπολη. Το 408 π.Χ. αναφαίνεται η πόλη της Ρόδου που αναπτύσσεται σε βάρος των τριών άλλων πόλεων του νησιού. Πριν από το ιστορικό αυτό γεγονός κάθε πολιτεία είχε τους δικούς της δήμους , κωμοπόλεις και χωριά, όπως θα λέγαμε σήμερα. Ο Αρχάγγελος ήταν τότε γνωστός ως Δήμος Ποντορέων (από το Πόντος και όρος-θάλασσα και βουνό) που ανήκε στο κράτος της Ιαλυσού και βρισκόταν στην παραλιακή θέση Πετρώνας, που στο Μεσαίωνα μεταφέρθηκε στο εσωτερικό για ασφάλεια απο τις πειρατικές επιδρομές και πήρε το όνομα Αρχάγγελος. Ίχνη κατοίκησης διαπιστώνονται με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα από την Νεολιθική Εποχή και την Εποχή του Χαλκού, στο σπήλαιο του Κουμέλου και ασφαλώς στη γύρω περιοχή του "Κεραμιού", στον Αναγρό και στα Μαλά - "Πετροκοπιό". Η κατοίκηση εξαπλώνεται με την πάροδο των χρόνων στις γύρω περιοχές και σχηματίζονται οικισμοί στη "Σύρα, Στεγνά, Φαγιού, πλαγιές της Κυράς, Γεμαχί, Κυρά Ναπενή, Νάπες, Λιπαρή, Σεραφί, Αμπάς" και αλλού. Η σημερινή θέση του χωριού φαίνεται να κατοικείται από τα παλιά χρόνια , αφού βρίσκεται στο κέντρο περίπου όλων των παραπάνω οικισμών. Η ταύτιση του Δήμου "Ποντωρέων" με τη σημερινή περιοχή Αρχαγγέλου κρατά κατά τα Ευρήματα μέχρι τον 2οαιώνα μ.Χ. , όπου παίρνει και το όνομα Αρχάγγελος , όπως το συναντάμε στα διατάγματα των ιπποτών τον 15ο αιώνα μ.Χ., και συγκεκριμένα το 1309 μ.Χ. η Ρόδος και ο Αρχάγγελος τίθενται υπο την εξουσία των Ιπποτών του Αγίου Ιωάνου μέχρι το 1522 μ.Χ. Στα χρόνια αυτά χτίστηκε και το κάστρο (1476) φρούριο για την προστασία των κατοίκων, ερείπια του οποίου σώζονται μέχρι σήμερα Τα Αρχαιολογικά Ευρήματα της περιοχής Αρχαγγέλου , που στηρίχθηκε το όνομα "ΠΟΝΤΟΡΕΙΑ" και η ταύτιση του Δήμου Αρχαγγέλου με την Ιαλυσό , φαίνονται από τα παρακάτω :
  1. Μαρμάρινη πλάκα που βρέθηκε στη Στάσσουσα από Δανό αρχαιολόγο το 1906 και σήμερα είναι στο Μουσείο της Κοπεγχάγης με την επιγραφή :"ΠΟΝΤΩΡΕΩΝ , ΑΡΤΑΜΙΤΙΟΥ, ΙΚΑΔΙ ΑΡΤΕΜΕΙ , ΕΣ ΦΑΓΑΣ ΑΙΓΑ, ΚΑΙΤΑ ΑΦΙΕΡΟΣ, ΟΥΕΙ ΙΕΡΕΙΑ". Από την επιγραφή αυτή μαθαίνουμε ότι στο ιερό της "Αρτέμιδος" , στην περιοχή του "Φαγιού", οι "Ποντωρείς" γιόρταζαν στις είκοσι "Αρταμίτου" (μήνας του Ροδιακού ημερολογίου) και ότι η ιέρεια θυσίαζε αίγα και προσφερόταν είδος ψωμιού.
  2. Τετράπλευρη βάση κυλινδρικού βωμού που βρήκαν οι Ιταλοί στη θέση "Ψίθος" της "Σύρας" το 1915. Αυτή μεταφέρθηκε και τοποθετήθηκε όπως θα θυμούνται οι παλιοί , στο φανάρι στ' Αφεντικά. Μετά την κατεδάφιση του αφού έμεινε για αρκετά χρόνια στην αυλή του Γυμνασίου , μεταφέρθηκε ύστερα και βρίσκεται στο Μουσείο της Ρόδου. Σε μια πλευρά της βάσης είναι γραμμένη η επιγραφή: "ΑΥΤΟΚΡΑΤΗ, ΔΑΜΟΣΘΕΝΕΥΣ , ΠΟΝΤΩΡΕΙΣ" . Επρόκειτο , κατά πάσα πιθανότητα , για διπλή βάση αναθήματος , σε ιερό του Δήμου "Ποντωρείων" , για κάποιο Αυτοκράτη του Δημοσθένους. Στο Δήμο "Ποντορείας" φαίνεται να ανήκε και η περιοχή των "Κολυμπιών". Τα τελευταία χρόνια βρέθηκε εκεί επιτύμβια πλάκα με την επιγραφή : "ΕΥΘΑΛΙΔΑΣ , ΤΑΛΜΑΚΡΑΤΕΥΣ , ΠΟΝΤΩΡΕΥΣ".
  3. Η υπαγωγή της "Ποντώρειας" στην "Ιαλυσία" βασίστηκε στις επιγραφές και τα αρχαιολογικά ευρήματα που είναι : Ο κατάλογος των Ιερέων Του "Ερεθιμίου Απόλλωνος" λατρευτικό κέντρο της "Ιαλυσίας" που βρισκόταν κοντά στο σημερινό χωριό "Θεολόγος". Πρόκειται για μαρμάρινη στήλη στην οποία αναγράφονται τα ονόματα ιερέων που υπηρέτησαν από το 63 μέχρι το 36 π.Χ. Ανάμεσα στα 28 ονόματα ιερέων της παραπάνω περιόδου , από διάφορους δήμους της "Ιαλυσίας" , αναφέρονται και 6 ονόματα "Ποντωρείων" , οι περισσότεροι από κάθε άλλο δήμο , εκτός του δήμου "Ιστανίων", στον οποίο ανήκε το ιερό.
  4. Από μια άλλη επιγραφή της "Λίνδου" του 2ου μ.Χ. αιώνα αφιερωμένη σε κάποια προσωπικότητα με το όνομα "Τίτος Φλασίου Λεόντος" μαθαίνουμε ότι αυτός είχε διατελέσει ιερέας εκτός από τη Ρόδο και τις τρεις παλαιές πόλεις της " Ήρας της Ποντωρείας της Ιαλυσίας , Ιαλυσό , Λίνδο ,Κάμιρο" και στο ιερό του "Διός". Επίσης από χειρόγραφο Επιγραφής της Ακρόπολης της "Ιαλυσού" , συμπεραίνεται η υπαγωγή του δήμου "Ποντωρέων" σ' αυτή.
  5. Σημαντικό είναι επίσης το γεγονός ότι από τις επιγραφές που βρέθηκαν μέχρι τώρα μαρτυρείται η ύπαρξη στην περιοχή , των ιερών της "Αρτέμιδος" στου "Φαγιού" , του "Διός" και της " Ήρας" και της "Δήμητρας" , σε άγνωστα μέρη τα δύο τελευταία.

Ο Αρχάγγελος του σήμερα παίρνει το όνομα του από τον Ταξιάρχη Πολιούχο της πόλης , "Αρχάγγελο Μιχαήλ".

Τέχνη



Kεραμευτική ή Kεραμική. Η τέχνη του κεραμέα, η κατασκευή αγγείων και άλλων σκευών από άργιλο κυρίως, αλλά και από άλλα υλικά, όπως ο καολίνης, που είναι καθαρότερο είδος αργίλου, κατάλληλο για την κατασκευή πορσελάνης και φαγεντιανών αγγείων, ο λευκόλιθος, η μαρμαρόσκονη . Τα πήλινα προϊόντα, που από τη φύση του υλικού τους αντέχουν στην επίδραση του χρόνου και της ατμόσφαιρας και δεν οξειδώνονται ούτε αποσαθρώνονται, είχαν σημαντικότατη θέση στη ζωή και την οικονομία του ανθρώπου και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο απ' ό,τι ο σίδηρος και τα άλλα μέταλλα.
Στον Αρχάγγελο, η πανάρχαια τέχνη της Κεραμικής βρήκε γόνιμο έδαφος αγαπήθηκε και μεγαλούργησε όσο σε κανένα άλλο σημείο της Ρόδου. Η τέχνη του Κεραμέα ξεκίνησε στον Αρχάγγελο στην περιοχή του Πετρώνα , λίγο πριν την παραλία Στεγνών του Αρχαγγέλου. Ο Πετρώνας έδωσε το όνομα του στους μαστόρους του Πηλίου , (ο ιδιωτικός χώρος που κατασκευάζονται τα πήλινα αγγεία) και οι Πετρωνιάτες ταυτίστηκαν με τους αγγειοπλάστες. Από Ιστορικά κείμενα αναφέρεται ότι ο Ιουστινιανός ο Β' πήρε τα τούβλα από την περιοχή του Πετρώνα για να χτιστεί ο τεράστιος τρούλος της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, γιατί ήταν τα ελαφρότερα που βρέθηκαν στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Στην περιοχή αυτή διατηρήθηκε η αγγειοπλαστική σε ακμή μέχρι το τέλος του Β' παγκόσμιου πολέμου.
Από τον 5ον αιώνα π.Χ τα εργαστήρια του Πετρώνα προμήθευαν όχι μόνο το μεγάλο χωριό Αρχάγγελος με οικιακά και αγροτικά είδη σε κεραμικά, αλλά όλη τη Ρόδο και τα απέναντι παράλια της Μικρά Ασίας. Η μεταφορά των κεραμικών ειδών γινόταν με καΐκια που ξεκινούσαν από την παραλία Στεγνά. Σήμερα στον Αρχάγγελο η τέχνη της κεραμικής εξακολουθεί να κρατά τα πρωτεία αφού η βιομηχανία κεραμικών που διαθέτει δεν σταμάτησε να προμηθεύει την ευρύτερη περιοχή.

Παράδοση

Τα σπίτια του Αρχαγγέλου χρονολογούνται πάνω από 100 χρόνια. Εξωτερικά τα σπίτια έχουν μια λιτή και απλή αισθητική που βασίζεται κυρίως στην μεγάλη πλαστικότητα των όγκων σαν σύνολο στις αναλογίες των διαστάσεων, στη διάρθρωση των ανοιγμάτων, την υφή των επιφανειών, τις καμινάδες κ.λ.π. και συχνά στη χρίση χρωμάτων που εναρμονίζουν το κτίσμα με το φυσικό του περίγυρο. Η πρόσοψη του σπιτιού βγαίνει κατευθείαν στο δρόμο ή στην αυλή που μεσολαβεί ανάμεσα στο δρόμο και στο σπίτι .Η εξωτερική πόρτα της αυλής έχει ύψος 1,70-1,90μ. , που συναντάμε κυρίως στα παλαιότερα αγροτικά σπίτια, και σ' αρκετό ύψος από το υπέδαφος 1 έως 3 μικρά παράθυρα διαστάσεων 50Χ60 ή 60Χ75 εκ. Πολλές φορές πάνω από την πόρτα υπάρχει πλάκα με σταυρό και συχνά αναγράφεται και η ημερομηνία κατασκευής του σπιτιού.
Η εσωτερική διάρθρωση του σπιτιού, είναι με βάση τους πάγκους και τα ξύλινα υπερυψωμένα επίπεδα (αμπαταρός) εξασφάλιζε όλες τις λειτουργικές ανάγκες του σπιτιού, τόσο για τους κατοίκους του, όσο και για τα ζώα, που αρχικά έμεναν κι αυτά στο ίδιο σπίτι, στην μέσα μεριά όπως την ονόμαζαν. Η θέση και η ονομασία των εσωτερικών ξύλινων διαμορφώσεων διαφοροποιούνται ανάλογα με τους οικισμούς ή τις περιοχές. To τζάκι τοποθετείτε στον τοίχο της πρόσοψης του σπιτιού , συνήθως στη γωνία κοντά στην πόρτα. Το δάπεδο του τζακιού , υπερυψωμένο κατά 20-30 εκ - ο "σουφάς" όπως αποκαλείται. Απέναντι από το τζάκι βρίσκεται το κρεβάτι το οποίο είναι κατασκευασμένο από ξύλο.
Ο χώρος κάτω από το κρεβάτι ονομάζεται αποκρέβατος και χρησιμοποιείται σαν αποθήκη για είδη διατροφής , επικοινωνεί με τον κύριο χώρο με μικρό πορτάκι. Μπροστά στο κρεβάτι του ζευγαριού τοποθετούνται τα ξύλινα σκαλιστά καγκελάκια (παραμακλίκια) , με άνοιγμα στο μέσον και ξύλινη σκάλα. Απαραίτητο συμπλήρωμα της εσωτερικής διαμόρφωσης ένας ή δύο πάγκοι, ο πάγκος κοντά στο κρεβάτι και ο πάγκος στο μεγάλο τοίχο, ανάμεσα στα δύο υπερυψωμένα επίπεδα του χώρου , στη μέσα χώρα ή την καμάρα. Οι πάγκοι αυτοί χρησιμεύουν για την φύλαξη ρούχων και ξηρών καρπών. Η εσωτερική διακόσμηση του χώρου είναι συχνά πολύ ενδιαφέρουσα και κρατά την παραδοσιακή μορφή της ως τις μέρες μας: πλούσια κεντήματα, υφαντά, πιάτα και κανάτια στα ράφια.
Πολλές φορές τα πιάτα καλύπτουν ολόκληρη την πλευρά του σπιτιού, απ'όπου και η ονομασία πιατελλότοιχος. Επίσης μαζί με τα πιάτα τοποθετούν μέσα σε κορνίζες φωτογραφίες, κεντήματα. Αρκετές φορές βρίσκουμε τον καθρέφτη στο μέσο του πιατελλότοιχου. Οι λειτουργίες του σπιτιού είναι η βοηθητικοί χώροι (το μαγειρείο, οι στάβλοι των ζώων, ο φούρνος) αναπτύχθηκαν έξω από το βασικό πυρήνα - ο οποίος παραμένει πάντα αναλλοίωτος σαν κύρια κατοικία. Ο φούρνος τοποθετείται έξω από το σπίτι, αλλά μέσα στην αυλή. 
Πηγή :  http://www.eptapiges.com/pages/arhaggelos/arch_ell.html

Κάστρο Αρχαγγέλου

Το κάστρο της Αρχαγγέλου βρίσκεται 27 χιλιόμετρα νότια της πόλης της Ρόδου, σε μικρή απόσταση από την ακτή. Κτισμένο στο φυσικό βράχο, ύψους 216 μέτρων, υψώνεται στα ανατολικά του χωριού της Αρχαγγέλου.

Κτίστηκε πριν από το έτος 1457, επί μεγάλου μαγίστρου Jacques de Milly (1454-1461). Ανοικοδομήσεις και επισκευές έγιναν επί μεγάλων μαγίστρων Pedro Raimondo Zacosta (1461-1467) και Giovanni Battista degli Orsini (1467-1476).
Οικοδομήθηκε για να παρέχει προστασία στο χωριό της Αρχαγγέλου. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι βόρεια του συγκεκριμένου κάστρου υψώνεται ένα άλλο, το κάστρο του Φαρακλού. Το έτος 1457 μαρτυρείται επιδρομή του τουρκικού στόλου κατά του χωριού της Αρχαγγέλου και πιθανώς μερική καταστροφή του κάστρου. Ακολούθησε σύλληψη σκλάβων και καταστροφή ολόκληρου του χωριού. Το κάστρο αποδείχθηκε ότι δεν ήταν αρκετά ισχυρό. Αυτή την περίοδο η Αρχάγγελος αποτελούσε το πιο πυκνοκατοικημένο χωριό (casale) της Ρόδου. Σύμφωνα με τον Bosio, ο μεγάλος μάγιστρος P.R. Zacosta αποφάσισε το έτος 1467 να ολοκληρώσει την οικοδόμηση του κάστρου, η οποία θα διακρινόταν για την τελειότητά της. Τον 15ο αιώνα αναφέρεται ως ένα από τα πιο ισχυρά κάστρα της Ρόδου, στο οποίο θα μπορούσε να βρει καταφύγιο ο πληθυσμός της Ρόδου σε περίπτωση εχθρικής επιδρομής. Ωστόσο, το 1479 στους κατοίκους της Αρχαγγέλου δόθηκε διαταγή για λόγους ασφαλείας να μεταφερθούν στο γειτονικό κάστρο του Φαρακλού.
Το έτος 1503 μαρτυρείται μια δεύτερη επιδρομή του τουρκικού στόλου εναντίον του ίδιου χωριού και πιθανώς μερική καταστροφή του κάστρου.
Ωστόσο, οι αρχειακές μαρτυρίες κάνουν λόγο και για την ευρύτερη περιοχή της Αρχαγγέλου.
Στα πλαίσια της απουσίας ελληνικής αριστοκρατίας στη Ρόδο, οι υποθέσεις των χωριών διευθετούνταν από τον πρώτο, μία κεφαλή, η οποία μπορούσε να είναι ένας ιερέας. Έτσι, το 1347 ο Michaellj Culichi αναφέρεται ως ο πρώτος του χωριού Αρχάγγελος.
Το 1427, ο παπάς Κώστας Κιρμελής από το χωριό Αρχάγγελος είχε απαλλαγεί από την αγγαρεία της θαλάσσης με χαριστική εντολή του άλλοτε μεγάλου μαγίστρου Robert de Julliac (1373-1377). Έναντι της απαλλαγής αυτής είχε δώσει ένα σκλάβο και 25 φιορίνια ανταποκρινόμενα στην αξία μιας σκλάβας.
Σε έγγραφο του 1442 δύο παπάδες, ο Μιχάλης του Χαρκιά και ο Ιωάννης, διεκδικούν την εκκλησία της Παναγίας της Οδηγήτριας που βρίσκεται στο κάτω μέρος της Αρχαγγέλου. Ο μεγάλος μάγιστρος Jean Bonpart de Lastic (1437-1454) ανέθεσε στον ιππότη Γουλιέλμο de Lastic του οίκου της Λυών να επιλύσει τη διαφορά. Αυτός άκουσε τα επιχειρήματα και των δύο διεκδικητών, τους έπεισε τελικά να έχουν από κοινού την εκκλησία, να μοιράζονται εξίσου τα εισοδήματά της και να αναλαμβάνουν μαζί την αποκατάσταση κάθε ζημιάς.
Σε έγγραφο του 1445 ο μεγάλος μάγιστρος J.B. de Lastic απευθύνεται προς τον ιππότη Johan Cotett, βάιλο του νησιού της Ρόδου. Εδώ και χρόνια το Τάγμα είχε αναγνωρίσει το κτητορικό δικαίωμα του Μιχάλη Μαγγαφά πάνω σε μία εκκλησία στο χωριό Αρχάγγελος, την οποία είχαν κτίσει οι πρόγονοί του. Αυτό δεν το γνώριζε ο Cotett, γι’ αυτό και εμπόδισε τον ιδιοκτήτη να φροντίσει για την τοποθέτηση δικού του εφημέριου και γενικά για να ενδιαφερθεί για τη συντήρηση της εκκλησίας. Με αυτό το έγγραφο, ο βάιλος διατάσσεται να μη φέρει κανένα εμπόδιο στον Μαγγαφά.
Σε έγγραφο του 1447 αναφέρεται ότι ο Καψίκας, πάροικος του χωριού Αρχάγγελος της Ρόδου, είχε φύγει από το νησί μετά από ένα μεγάλο έγκλημα που είχε διαπράξει. Ο μεγάλος μάγιστρος J.B. de Lastic παραγράφει το αδίκημα και καλεί τον ενδιαφερόμενο να επιστρέψει στη Ρόδο, όπου, χωρίς φόβο ή δυσκολίες από κληρικούς ή λαϊκούς, μπορεί να ζήσει ασκώντας το επάγγελμά του, όπως και παλιότερα.
Το 1451, ο ιερομόναχος Γαβριήλ από την Αρχάγγελο διορίζεται ηγούμενος στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου του Νησιού.
Η οχύρωση είναι επιμήκης και περιτρέχει την οφρύ λοφίσκου. Έχει έκταση 3.000 τετραγωνικά μέτρα, ενώ η περίμετρος των τειχών είναι 240 μέτρα. Στις γωνίες υπάρχουν οδοντώσεις. Είσοδος με πυλώνα βρίσκεται στη βορειοδυτική πλευρά. Εντός των τειχών υπάρχουν στο βορειοδυτικό τμήμα κατάλοιπα προγενέστερου οχυρωματικού πύργου ορθογώνιου σχήματος. Βόρεια της εισόδου οικοδομήθηκε ο ναΐσκος του Αγίου Γεωργίου, ο οποίος αναπαλαιώθηκε κατά την ιταλοκρατία. Μικρός κυκλικός πύργος υψώνεται στην είσοδο. Το κάστρο διακοσμούν οικόσημα του μεγάλου μαγίστρου P.R. Zacosta μαζί με το οικόσημο του Τάγματος στη βόρεια όψη, ενώ στην ανατολική όψη υπάρχουν οικόσημα του G.B. degli Orsini και του Τάγματος των Ιωαννιτών.
Η κατάσταση του κάστρου θεωρείται σχετικά καλή.
Αλεξάνδρα Στεφανίδου

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Gerola 1914, σ. 336-337
Τσιρπανλής 1995, σ. 424, 439, 470
Τσιρπανλής 1991, σ. 89, 119, 188, 256 σημ. 2, 257, 258, 262, 269, 277
Luttrell 1978α, σ. Ι 310, ΙV 61
Luttrell 1999, σ. 202-204
Spiteri 2001, σ. 136-137

Πηγή : http://www.dreamislands.com.gr/

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011

Σύντομη ιστορία της Μόδας


Πολύ παλιότερα, λοιπόν, κατά το έτος 2.000.000 π.Χ. πιστεύουμε πως έχουμε τις πρώτες πληροφορίες για τον πρώτο άνθρωπο, τον κατά κόσμο Homo Ηabilis. Για αυτόν τον άνθρωπο δεν μπορούμε να πούμε πολλά, μάλλον ήταν κάτι μεταξύ πιθήκου και ανθρώπου αφού καλά καλά δεν περπατούσε στα δύο. Κατά το έτος 1.500.000 π.Χ. έχουμε την εμφάνιση του Homo Εrectus. Αυτό το πρώτο είδος ανθρώπου, ακατέργαστο ακόμη ίσως και από το θεό, δεν σκάμπαζε και πολύ από μόδα. Τότε η ενδυμασία αποσκοπούσε κυρίως στην προστασία από τα στοιχεία της φύσης, ενώ τα διάφορα οστέινα περιδέραια αποτελούσαν λάφυρα των άξιων κυνηγών. Βέβαια τα δωράκια δεν έλειπαν από τις κυρίες για καλόπιασμα. Αυτή είναι και η πρώτη εισαγωγή του ερωτικού στοιχείου στην ένδυση. Τα ίδια συνεχίστηκαν και μετά το έτος 500.000 π.Χ. όπου τοποθετείται ο άνθρωπος του Νεάντερταλ ο οποίος έφτιαχνε πιο κατεργασμένα ενδύματα καθώς ζούσε σε οργανωμένες κοινωνίες. Με το πέρασμα του χρόνου άλλαξαν οι κλιματολογικές συνθήκες και περί το έτος 40.000 π.Χ. άλλαξε και ο άνθρωπος και έκανε την εμφάνισή του ο Homo Sapiens. Αυτού του είδους άνθρωποι είμαστε και εμείς για αυτό εδώ δώστε ιδιαίτερη προσοχή.


Προερχόμενος από τη φτωχή παράδοση των προκατόχων του ο Σοφός άνθρωπος βρήκε μόνο ελαφρώς κατεργασμένα δέρματα ζώων και πέτρινα και οστέινα κοσμήματα με κοινωνική και θρησκευτική σημασία. Για παράδειγμα ο αρχηγός της φυλής φόραγε ένα συγκεκριμένο κολιέ που δινόταν από αρχηγό σε αρχηγό. Το ίδιο συνέβαινε και με τους Ιερείς, οι οποίοι πρώτοι χρησιμοποιούν φτερά ως αξεσουάρ στην ένδυσή τους. Σιγά σιγά ο άνθρωπος προόδευσε. Οι γυναίκες άρχισαν να αποτελούν σημαντικό ρόλο μέσα στις οργανωμένες κοινωνίες και άρχισαν να έχουν περισσότερες απαιτήσεις από τη ζωή. Άρχισαν να φλερτάρουν τους δυνατούς κάθε φυλής και νά τα αρώματα από τα λουλούδια και νά τα μακιγιάζ και νά τα κομμωτήρια. Άρχισαν να φτιάχνουν αραχνοΰφαντα φορέματα με χρυσές ρίγες. Επίσης άπειρου κάλους κοσμήματα χρυσά και άλλων υλικών σώζονται από εκείνη την εποχή (Αρχ.Μουσ.Αθηνών). Βέβαια η ανδρική μόδα εξελίχθηκε σε άκρως πολεμική με τις πανοπλίες, τις περικεφαλαίες, τις περικνημίδες, τις ασπίδες. Η επικράτηση του αισθησιασμού και της επιζήτησης του ωραίου ήταν ολοκληρωτική.
Αυτά τα χαρακτηριστικά είχε η μόδα μέχρι τον 3ο αιώνα μ.Χ. Από εκείνο τον αιώνα, όμως, άρχισε μια μικρή κάμψη. Η επιστήμη και τα αγαθά του νου περιόρισαν κάπως την παντοκρατορία που είχε ο ερωτισμός στη μόδα και, θέλετε λίγο οι πόλεμοι που εξαχρείωσαν τα αισθήματα, λίγο η εμφάνιση του χριστιανισμού που ισορρόπησε τα ήθη, η μόδα περιορίστηκε σε απλούς χιτώνες και λιτά κοσμήματα. Βεβαίως οι πλούσιοι κάθε εποχής πάντα κάνουν αυτό που θέλουν και διατήρησαν τα χρυσοστόλιστα ενδύματα. Στην εποχή του Βυζαντίου κυριαρχούσε η μόδα που ήθελε τα ρούχα μακριά για να διώχνουν τους πειρασμούς. Από εδώ προέρχεται και η μόδα των κληρικών. Για το ότι το χρώμα των ιερών Αμφίων είναι μαύρο αδυνατώ να πω ποιος είναι ο λόγος, πάντως δίνει την εικόνα που θα είχε η ζωή δίχως τον έρωτα. Εδώ όμως εμφανίζεται σιγά σιγά το καπέλο ως αξεσουάρ της ένδυσης ανδρών και γυναικών. Προφανώς αυτός ο σεμνοτυφισμός ανάγκαζε τους απανταχού ερωτευμένους στην απόκρυψη της ταυτότητάς τους από το φθονερό ηθικό κοινωνικό σύνολο. Στην Ευρώπη που σιγά σιγά παίρνει ενεργό μέρος στην ιστορία η μόδα βρίσκεται ακόμα σε εποχές προϊστορικές. Η καινοτομία της εποχής, όμως, φαίνεται στη γυναικεία μόδα όπου για πρώτη φορά έχουμε την εμφάνιση της ζώνης αγνότητας. Αυτή η ζώνη είναι ένα μεταλλικό κατά κάποιο τρόπο εσώρουχο που δεν επιτρέπει στις γυναίκες να κάνουν έρωτα. Η μόδα, όπως ήταν λογικό, πήρε νέα αλματώδη ώθηση. Γνωστά τα φορέματα της εποχής του Λουδοβίκου, όπου κάνουν την εμφάνισή τους και τα πλέον αισθησιακά εσώρουχα, οι ζαρτιέρες, τα κομπινεζόν, τα μεσοφόρια και τα καλσόν. Να μην αναφέρουμε δε τα νέα αρώματα που εμπλουτίστηκαν με νέα συστατικά από τις αποικίες. Η γαλλική μόδα εκεί οφείλει την μεγάλη σημερινή της καταξίωση. Το παντελόνι εξαπλώθηκε σε όλον τον κόσμο από την Ευρώπη. Βέβαια μερικοί επέμειναν κάμποσο στις παραδοσιακές φουστανέλες, οι οποίες έχουν πολλά πλεονεκτήματα.
Πηγή :  http://www.raptiki.net/

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΝΟΤΙΑΣ ΡΟΔΟΥ

ΕΡΕΥΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΤΟΠΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΣΤΑ ΔΕΚΑ ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΝΟΤΙΑΣ ΡΟΔΟΥ
του Φακιόλη Βαλάσιου Η έρευνα αυτή περιγράφει την παραδοσιακή φορεσιά και γενικότερα τις ενδυματολογικές συνήθειες των κατοίκων, κυρίως των γυναικών στα δέκα χωριά που αποτελούν σήμερα το Δήμο Νότιας Ρόδου (Απολακκιά, Αρνίθα, Ασκληπιείο, Βάτι, Γεννάδι, Ίστριος, Κατταβιά, Λαχανιά, Μεσαναγρός, Προφύλια).
Πάνω στην φορεσιά, είναι αποτυπωμένες όλες οι ιστορικές περίοδοι από την αρχαία Ρωμαϊκή (2ος π.χ. αιώνας) έως τα τέλη του 19ου μ.χ. αιώνα όπως φυσικά και η περίοδος της ελληνικής επανάστασης και δημιουργίας του ελληνικού κράτους (1821), την οποία η Ελλάδα προβάλει ως παραδοσιακή της. Στα τέλη δε του19ου μ.χ. αιώνα η παραδοσιακή φορεσιά, παραχωρεί τη θέση της στην ευρωπαϊκή μόδα. Ιδιαίτερα πάνω στη γυναικεία φορεσιά είναι αποτυπωμένοι οι ιστορικοί, κοινωνικοί και οικονομικοί παράγοντες που επηρέασαν ανά τους αιώνες, τις ενδυματολογικές συνήθειες των κατοίκων και εντάσσεται μέσα σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε ελληνικό – ρωμαίικο πολιτισμό.
Η έρευνα περιλαμβάνει φωτογραφίες, ευρήματα, προσωπικές μαρτυρίες από υπερήλικες κατοίκους των χωριών μας και κείμενα ξένων περιηγητών που επισκέφτηκαν την Ρόδο τον 18ο αιώνα. Επίσης η επιστημονική τοποθέτηση ενδυματολόγων, βοήθησε για την καλύτερη στοιχειοθέτηση των όσων καταγράφηκαν. Η φορεσιά αυτή, δεν είναι αντιπροσωπευτική μόνο για τα δέκα χωριά του σημερινού Δήμου Νότιας Ρόδου, αλλά γενικότερα για ολόκληρο το νησί.
Στις εορταστικές εκδηλώσεις της 7ης και 25ης Μαρτίου του έτους 2008, τα παιδιά του Γυμνασίου και Λυκείου Γενναδίου παρέλασαν με τις παραδοσιακές φορεσιές του Δήμου μας. Η φορεσιά φτιάχτηκε από το Δήμο Νότιας Ρόδου μετά από έρευνα και με δαπάνη του προγράμματος «INTERREG ΙΙΙ Α / ΕΛΛΑΔΑ-ΚΥΠΡΟΣ».
ΕΡΕΥΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΤΟΠΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΣΤΑ ΔΕΚΑ ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΝΟΤΙΑΣ ΡΟΔΟΥ
Από τον Φακιόλη Βαλάσιο, Υπάλληλο του Δήμου Νότιας Ρόδου
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η έρευνα που ακολουθεί αφορά τις ενδυματολογικές συνήθειες των κατοίκων και κυρίως των γυναικών στα δέκα χωριά που αποτελούν σήμερα το Δήμο Νότιας Ρόδου (Απολακκιά, Αρνίθα, Ασκληπιείο, Βάτι, Γεννάδι, Ίστριος, Κατταβιά, Λαχανιά, Μεσαναγρός, Προφύλια).
Σκοπός της έρευνας δεν είναι τόσο η καταγραφή των υλικών, του τρόπου ύφανσης και ραψίματος των ενδυμάτων, όσο το να καταγραφεί η ιστορική διαδρομή, των ενδυματολογικών συνηθειών των χωριών του σημερινού Δήμου Νότιας Ρόδου και να εξεταστεί ποιοι ήταν ανά τους αιώνες οι ιστορικοί, κοινωνικοί και οικονομικοί παράγοντες που επηρέασαν την τοπική φορεσιά των κατοίκων.
Η έρευνα ξεκινά από τους «χιτώνες» της αρχαίας Ρόδου, περνάει στη “tunica” της ρωμαϊκής εποχή, από εκεί στη βυζαντινή και ιπποτική εποχή και καταλήγει στην Αναγέννηση και τη Τουρκοκρατία. Στο σύνολό της η έρευνα κατέγραψε πως στην περιοχή της Νότιας Ρόδου τη μεταβυζαντινή εποχή φαίνεται να υπήρχαν δύο είδη λαϊκής ενδυμασίας, που το καθένα αντιπροσωπεύει διαφορετικές χρονικές περιόδους. Ένα είδος που έρχεται από τα Ρωμαϊκά - Βυζαντινά χρόνια και ονομάζεται «Μεταβυζαντινή λαϊκή φορεσιά» και ένα δεύτερο είδος «Σακοφούστανο» που σταδιακά αντικαθιστά το πρώτο. Το δεύτερο (το «Σακοφούστανο») είναι «μόδα» που έχει ευρωπαϊκά πρότυπα και είναι αποτέλεσμα επηρεασμού της περιοχής από την Μικρά Ασία.
Σημαντική ήταν η συμβολή του Δημοτολογίου και του Ληξιαρχείου του Δήμου Νότιας Ρόδου, καθώς και των Πολιτιστικών Συλλόγων των χωριών.
ΓΡΑΠΤΕΣ ΠΗΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΡΟΔΙΤΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ
Α) ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ – ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΠΟΧΗ (ΙΠΠΟΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ)
Την Ιπποτική περίοδο (1306-1522), όπως μας λέει στους στίχους του ο ροδίτης ποιητής της εποχής Εμμανουήλ Γεωργιλάς Λιμενίτης, στη πόλη της Ρόδου «μιαν είχασιν την φορεσιά Φράγκισσες και Ρωμαίισσες». Δυστυχώς όμως οι σχετικές πληροφορίες από γραπτές πηγές που αναφέρονται στη «κοσμική» ή στη «λαϊκή» ροδίτικη μεσαιωνική φορεσιά, είναι ελλιπείς και αρκετά ασαφείς. Οι καλύτερες ενδυματολογικές μαρτυρίες προέρχονται από τοιχογραφίες της μεσαιωνικής Ρόδου, από παραστάσεις αφιερωτών και συνεπώς αναφέρονται στη κοσμική τάξη. Από τις τοιχογραφίες αυτές βλέπουμε ότι η ενδυμασία των δυτικών αρχόντων διαφέρει από αυτή των Βυζαντινών, αν και ήταν φυσικό να αλληλοεπηρεάζονται. Βέβαια το τοπικό στοιχείο είναι αυτό που επικρατεί αλλά είναι φυσικό να δέχθηκε ορισμένα στοιχεία της δυτικής μόδας που άρχισε από τον 14ο αιώνα να συγκεκριμενοποιείται και να αντανακλάται στους λαούς που βρίσκονταν στη σφαίρα επιρροής της. Οι δυτικές αυτές επιρροές φαίνονται περισσότερο στη φορεσιά της Τήλου με το ψηλό κωνικό καπέλο, φορεσιά που μοιάζει πολύ με τη Ροδίτικη.
Σε γενικές γραμμές κάποιες δυτικές επιρροές αναφέρονται κυρίως στην αρχοντική ενδυμασία και όχι στην καθημερινή των απλών ανθρώπων, οι τύποι της οποίας μένουν σχεδόν αναλλοίωτοι, αφού απορρέουν από σταθερές λειτουργικές ανάγκες (Περισσότερα για τις ενδυματολογικές συνήθειες στη μεσαιωνική Ρόδο μπορούμε να δούμε στο βιβλίο με τα πρακτικά του συνεδρίου «ΡΟΔΟΣ 2400», τόμος Β΄, στην εισήγηση της κ. Ιωάννας Μπίθα «Ενδυματολογικές μαρτυρίες στις τοιχογραφίες της μεσαιωνικής Ρόδου».
Αν και δεν υπάρχουν τα απαραίτητα ιστορικά στοιχεία που να το τεκμηριώνουν, η λαϊκή φορεσιά των γυναικών της Ρόδου τον μεσαίωνα πρέπει να συνέχισε να είναι η αρχαία ρωμαϊκή “tunica”, που όπως θα δούμε και παρακάτω - στις προφορικές πηγές - στο χωριό Κατταβιά συνέχισε να φοριέται μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα.
Β) ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ – ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΠΟΧΗ (ΙΠΠΟΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ – ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ)
Το Πάσχα του 1853 επισκέπτεται τα χωριά της Ρόδου ο αρχαιολόγος και τότε πρόξενος της Ρόδου ο Charles Newton. Στο βιβλίο του «Travels and discoveries in the Levant» (ταξίδια και αναλήψεις στην Ανατολή), στην από 4 Μαΐου 1853 επιστολή, περιγράφει την τοπική λαϊκή «μεταβυζαντινή φορεσιά» κατά την επίσκεψή του στο μοναστήρι της Παναγιάς Τσαμπίκας. Ο Newton τονίζει την αυτάρκεια των χωρικών μας όχι μόνο στη διατροφή, αλλά και στην αμφίεση και μας λέει ότι, «Όλοι είναι ντυμένοι με τις γραφικές ενδυμασίες που εξακολουθούν να απαντώνται σ’ εκείνα τα νησιά του Αιγαίου όπου τα κακόγουστα τσίτια της στάμπας από το Μάντσεστερ δεν έχουν ακόμη αντικαταστήσει τα ντόπια προϊόντα της ρόκας και του αργαλειού. Οι Ροδίτες χωρικοί άντρες και γυναίκες φορούσαν κάτασπρα ρούχα κλωσμένα με τα ίδια τους τα χέρια από λινάρι που βγαίνει στα χωράφια τους. Τίποτα δεν είναι πιο όμορφο από την εικόνα αυτού του λευκού ντυσίματος στο δυνατό φως της ημέρας που τη δυναμώνει η αντίθεση με τα μελαψά ηλιοκαμένα σώματα και πρόσωπα...»
Η περιγραφή του ταιριάζει με τη φωτογραφεία από το βιβλίο «Ημερολόγιο Λαγγάνη» με τον υπότιτλο «Χωρικαί εξ Αρνίθας».
« …Εντυπωσιάστηκα τόσο από τις ενδυμασίες των γυναικών που δεν έκανα τίποτα άλλο από το να έχω τα μάτια μου καρφωμένα πάνω τους ώσπου ο φίλος μου, ο Ρώσος υποπρόξενος M. Ducci ανήσυχος, με συμβούλεψε να αφήσω τις παρατηρήσει μου ως την ώρα που θα άρχιζαν να χορεύουν…
Μπορεί να περιγράψει κανείς ως εξής το ντύσιμο μιας χωρικής της Ρόδου: το κεφάλι της καλύπτει ένα φέσι από κόκκινο ύφασμα. Πάνω από αυτό έχει τυλιγμένο ένα σάλι γύρω από το κεφάλι της. Πάνω από το σάλι, πάλι ένα μαντήλι από μουσελίνα πέφτει πίσω από το σβέρκο σε αληθινό κλασικό στυλ, ενώ κάτω από αυτό διακρίνεται ένα άλλο εσωτερικό μαντήλι. Στο μέτωπο ένα χρυσό ή ασημένιο στολίδι τριγωνικού σχήματος, είναι στεριωμένο στο σάλι. Στη μέση υπάρχει ένα μεγάλο ρουμπίνι και από τη βάση του τριγώνου κρέμονται άλλα στολίδια, δεμένα με αλυσιδίτσες. Αυτό το στολίδι είναι καθαρά Βυζαντινής προέλευσης. Αυτά για το τι φορούν στο κεφάλι. (που μάλλον αποτελούν τοπικό χαρακτηριστικό του Αρχαγγέλου)
Όσο για τα υπόλοιπα, το εσωτερικό φόρεμα είναι ένα μεσοφόρι που φτάνει ως τους αστραγάλους. Έπειτα έρχεται ένα φόρεμα χωρίς μανίκια, που φτάνει ίσα με τη μέση περίπου των ποδιών και κάτω από τον ποδόγυρό του μόλις διακρίνεται ή άκρη από τις μπότες. Πάνω από αυτό διακρίνεται μία ζακέτα χωρίς μανίκια. Στη μέση βάζουν μια ζώνη, δεμένη χαλαρά και με γούστο, αν και δεν μπορώ να πω ότι έχει κάτι από τη μαγική επίδραση που ο Όμηρος αποδίδει στο μεστό της Αφροδίτης.
Γραφικές Τούρκικες παντόφλες, με ανασηκωμένες τις άκρες και καθαρές, άσπρες κάλτσες συμπληρώνουν αυτή την ενδυμασία, στην οποία όπως στα περισσότερα πράγματα στο Αιγαίο υπάρχει ένα ανακάτεμα από αρχαία ελληνικά και τούρκικα στοιχεία.
Ο Newton κατά την επίσκεψη του στο χωριό Κοσκινού μας λέει ότι: «Ήταν πολύ ενδιαφέρον να παρατηρεί κανείς το πώς η επίδραση του Ευροπαικού πολιτισμού, λόγω της θέσης του χωριού κοντύτερα στη Ρόδο παρά στην Αρχάγγελο, είχε αλλοιώσει την ενδυμασία. Τα βαμβακερά της στάμπας του Μάντσεστερ, ανακατώνουν τα χοντροκομμένα σχέδιά τους με τα απλά, κλασικά χρώματα του καθαυτού νησιώτικου ρούχου. Ακόμα και στους τρόπους των ανθρώπων υπήρχε, αντίστοιχη αλλαγή: χόρευαν αλλά η σκηνή ήταν λιγότερο ειδυλλιακή.»
Στην από 12 Μαΐου 1853 επιστολή του μας λέει ότι επισκέφθηκε το χωριό Γεννάδι. Δεν αναφέρει καμία άλλη ενδυματολογική συνήθεια από αυτή του Αρχαγγέλου, παρά μόνο ότι, το χωριό αυτό είναι πολύ φτωχό, αλλά οι κάτοικοί του έκτιζαν μια ωραία καινούρια εκκλησία. Από εκεί ακολουθώντας την οροσειρά φθάνει στο χωριό Απολακκιά στη δυτική παραλία, όπου επίσης δεν αναφέρει καμιά ενδυματολογική διαφορά, παρά μόνο ότι το νησί εδώ είναι στενό και ακαλλιέργητο και τα χωριά είναι ελάχιστα. Κατά τη διαδρομή στα αριστερά του βρίσκεται το χωριό Μεσαναγρός και στ δεξιά του το βουνό Αττάβυρος. Ως αρχαιολόγος αναφέρει τα ερείπια της Αγίας Ειρήνης.
Στην από 10 Δεκεμβρίου 1853 επιστολή μας λέει ότι «Έλπιζα ότι θα μπορούσα να μελετήσω τις ενδυμασίες των χωρικών, αλλά αυτοί έχουν μια περίεργη πρόληψη γύρω από τις προσωπογραφίες, η οποία τους αποτρέπει να ποζάρουν. Η έννοια της ομοιότητας είναι συνδεδεμένη στο μυαλό τους με αυτή της ζωής, οπότε πιστεύουν ότι το άτομο που θα επιτρέψει να γίνει το πορτρέτο του θα βρίσκεται στο έξεις υπό την εξουσία όποιου κατέχει το ομοίωμά του. Τις προάλλες σε ένα απομακρυσμένο χωριό, κατάφερα με τεράστια δυσκολία και με τη παρέμβαση του Παγκά να πίσω ένα νεαρό κορίτσι να ποζάρει για τον M. Berg Τη ώρα που το σχέδιο ολοκληρώθηκε κατέφθασε η μητέρα και μαθαίνοντας τι συνέβη κατά τη απουσία της άρχισε να κατηγορεί τη κόρη της ωσάν να είχε διαπράξει κάποιο αποτρόπαιο αμάρτημα, καθώς και να επιπλήττει το ζωγράφο τόσο ζωηρά, ώστε ο τελευταίος μετά από άκαρπες προσπάθειες να καταπραΰνει το θυμό της, έσχισε το σκίτσο του»
Άλλος περιηγητής που επισκέφτηκε τα χωριά της Ρόδου τον Οκτώβρη του 1894, δηλαδή μισό αιώνα αργότερα από τον Newton, είναι ο De Launay. Αποσπόσματα από τις περιγραφές του βρίσκονται στο βιβλίο «Η Ρόδος τον 19ο αιώνα»,. Ο De Launay μας περιγράφει με πάρα πολύ γλαφυρό τρόπο την αγροτική κατοικία, τον τρόπο ζωής, την φυσιογνωμία των κατοίκων και ιδιαίτερα την φυσιογνωμία της Ροδίτισσας ως σκληραγωγημένης αγρότισσας, φυσιογνωμία που είναι απόλυτα συνδεδεμένη με τη φορεσιά της. Επίσης μας περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τη ροδίτικη λαϊκή φορεσιά, με την ευκαιρία της διανυκτέρευσής του στο χωριό Απόλλωνα και όπως μας λέει, η φορεσιά είναι ίδια για όλες τις γυναίκες στο νησί. Ο De Launay εντυπωσιάζεται ιδιαίτερα από τη φορεσιά και η περιγραφή του είναι σημαντική, καθώς καταφέρνει να μεταφέρει ακόμα και σήμερα μετά από 110 χρόνια τις πλήρεις εικόνες και εντυπώσεις ενός επισκέπτη του 19ου αιώνα.
Παρομοιάζει τις γυναίκες με αγάλματα του Φειδία καθώς πηγαίνουν για να αντλήσουν νερό, κουβαλώντας στον ώμο τον αμφορέα τους από κοκκινόχωμα. Απ’ ότι μας λέει θα απογοητεύονταν αυτοί που φαντάζονται μια ανατολή πολύχρωμη με έντονα και αταίριαστα χρώματα. Εδώ επικρατεί το λευκό και το γκρι, με αντανακλάσεις του μπλε ή του ροζ, σε τόνους λεπτούς σχεδόν ευρωπαϊκούς. Η φορεσιά σύμφωνα με τις περιγραφές του αποτελείται από ένα απλό λευκό πουκάμισο, πάνω από το οποίο φοριέται μια φούστα, με ένα κορσάζ χωρίς μανίκια, τόσο στενό που μοιάζει με ένα ζευγάρι τιράντες. Η φούστα είναι ως επί το πλείστον επίσης λευκή και καμιά φορά μπλε, που όταν την ανασηκώσουν για δουλειά δημιουργεί ένα μπλε τρίγωνο στη μέση του σώματος.
Τα πόδια είναι γυμνά ή εγκλωβισμένα μέσα σε μεγάλες μπότες από κίτρινο δέρμα.
Στο κεφάλι φορούν ένα εσωτερικό σκούφο, σε χρώμα πράσινο, λαδί, μαύρο ή καφέ και που καμιά φορά δεν υπάρχει. Πάνω απ’ αυτό είναι τοποθετημένο, ένα λευκό μαντίλι διπλωμένο τριγωνικά, αφήνοντας τη μία άκρη να πέφτει στους ώμους και οι άλλες δύο άκριές του είναι περασμένες η μία κάτω από την άλλη, κάτω από το πιγούνι. Σε άλλα χωριά πάλι τυλίγουν το μαντίλι δύο ή τρις φορές γύρο από το σκούφο.
Επίσης περιγράφει ότι οι γυναίκες άφηναν το επάνω κουμπί του πουκαμίσου τους ανοικτό δίχως ψεύτικες ντροπές και πως αν δεν φορούσαν μπότες τα πόδια ήταν γυμνά. Την άποψη αυτή επιβεβαιώνει η ενδυματολόγος και σκηνογράφος κ Ιωάννα Παπαντωνίου, καθώς αρχικά οι Χριστιανές δεν είχαν τόσο αυστηρά ήθη όπως οι Μουσουλμάνες. Τα αυστηρά ενδυματολογικά ήθη είναι ήθη της «Βικτοριανής Ευρώπης», που κάποια στιγμή έφθασαν και στο τόπο μας.
Οι γραπτές μαρτυρίες των περιηγητών, ταιριάζουν με τις «προσωπικές μαρτυρίες» (βλέπε κεφάλαιο 7) που προέρχονται από κατοίκους της Νότιας Ρόδου. Συμφωνούν δε ότι η ροδίτικη «μεταβυζαντινή φορεσιά» καταργήθηκε από τις γυναίκες που ήταν γεννηθείσες περίπου τις δεκαετίες του 1860 – 70. Επομένως οι τελευτές γυναίκες που τη φορούσαν το 1894, που επισκέφτηκε τα χωριά της Ρόδου ο De Launay, θα ήταν 30 με 40 ετών και άνω και συνεπώς σε ηλικία που δεν θα άλλαζαν ενδυματολογικές συνήθειες. Τώρα αν οι νεαρότερες ηλικίας 18 με 25 ετών, σε ορισμένα χωριά ντύνονται σύμφωνα με τη μόδα της εποχής, δεν το καταγράφει, γιατί αναφέρεται σε λαϊκή φορεσιά και όχι σε μόδα.
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΡΟΔΙΤΙΚΗΣ «ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΦΟΡΕΣΙΑΣ»
Η ροδίτικη «μεταβυζαντινή φορεσιά» φαίνεται επηρεασμένη από τις βυζαντινές αρχοντικές φορεσιές, με τα επάλληλα φορέματα και τα μελετημένα μήκη ή ανοίγματα ώστε να δηλώνεται ο αριθμός, η ποιότητα και η διακόσμησή τους. Κατά τη βυζαντινή εποχή με τον τρόπο αυτό δηλωνόταν και η κοινωνική τάξη αυτού που τα φορά.
Α) ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ (ΠΟΥΚΑΜΙΣΑ)
Το πρώτο τμήμα της φορεσιάς αποτελείται από την πουκαμίσα που φθάνει μακριά πιο κάτω απ’ το γόνατο, (καμίσιον chemise) που είναι μανικωτό ένδυμα και φοριέται κατάσαρκα. Είναι το πανάρχαιο ένδυμα η “tunica” των Ρωμαίων που ήταν κοινό σε άντρες και γυναίκες. Το ελληνικό πουκάμισο είναι ένδυμα βασικό μια και δεν λείπει από καμιά ελληνική φορεσιά. Είναι κλειστό με κατακόρυφο άνοιγμα για το λαιμό και όπως όλα σχεδόν τα χωρικά πουκάμισα είναι βαμβακερό.
Οι τοπικές φορεσιές όπώς εξελίχθηκαν από το Βυζάντιο και πέρα, δεν έχουν καμιά σχέση με τα αρχαιοελληνικά ενδύματα. Θα τις ονομάζαμε άνετα «ρωμαίικες». Η ουσιαστική διαφορά από το αρχαιοελληνικό με δωρική την προέλευση ένδυμα στο μεταβυζαντινό, δημιουργείται από τη φορά του στημονιού του υφάσματος πάνω στο κορμί. Τα ενδύματα αυτά είχαν το φάρδος του υφάσματος για μάκρος και ήταν άκοπα (φαρδύς όρθιος αργαλειός), ενώ τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά ενδύματα έχουν το μήκος του υφάσματος για μάκρος και σχηματίζονται από τη συρραφή κομματιών υφάσματος, (π.χ. εμπρός, πίσω, μανίκια) που υφαίνονται σε στενό πλαγιαστό αργαλειό. (Περισσότερα για τις ελληνικές φορεσιές βλέπουμε στο βιβλίο της ενδυματολόγου και σκηνογράφου Ιωάννας Παπαντωνίου «Η ελληνική ενδυμασία από την αρχαιότητα ως τις αρχές του 20ου αιώνα»).
Β) ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ (ΦΟΥΣΤΑΝΙ)
Το δεύτερο τμήμα της φορεσιάς είναι το εξωτερικό φουστάνι, που επικράτησε σταδιακά μετά τη πτώση του Βυζαντίου, με διαφορετικές μορφές, στα νησιά, στα περισσότερα παραλιακά μέρη και σε πολλά αστικά κέντρα. Είναι δυτικού τύπου αναγεννησιακό φόρεμα, που φορέθηκε εξωτερικά χωρίς να καταργηθεί το πουκάμισο που πήρε τη θέση του εσωτερικού ενδύματος. Σύμφωνα με την κα Ιωάννα Παπαντωνίου πιθανών να έχει τις ρίζες του ή να είναι επηρεασμένο από τους αρχαίους ελληνικούς χιτώνες. Το ύφασμα από το οποίο ήταν κατασκευασμένο περιγράφετε στα χωριά Βάτι και Μεσαναγρός, σκληρό σαν «τζιν». Πρόκειται για το «futaine» που ήταν βαμβακερό δίμιτο ύφασμα.
Όπως θα δούμε παρακάτω στο χωριό Κατταβιά που βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο του νησιού, το εξωτερικό φουστάνι δε φορέθηκε ποτέ. Οι γυναίκες στην Κατταβιά φορούσαν την αρχαία Ρωμαϊκή-Βυζαντινή “tunica” ακόμα και στις επίσημες εκδηλώσεις τους περίπου μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα και δεν ακολούθησαν την προσθήκη του πτυχωτού αμάνικου φουστανιού την αναγεννησιακή εποχή. Δεν μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι λόγοι ήταν οικονομικοί γιατί οι κάμποι της Κατταβιάς είναι από τις εύφορες περιοχές της Ρόδου και σαφώς πλουσιότερη από το άγονο έδαφος του Ατταβύρου όπου το φουστάνι φορέθηκε. Στη Κατταβιά το φουστάνι δεν φορέθηκε για άγνωστους λόγους. Ίσως λόγο του απόμακρου της περιοχής ή λόγο διατήρησης της παράδοσης, λόγοι που σπάνια προσδιορίζονται. Η φορεσιά τους όμως δεν άντεξε την μόδα της φούστας («Σακοφούστανο»), γιατί ήταν πολύ παλιά για ν’ αντέξει. Διατηρήθηκε στη Κατταβιά είκοσι ολόκληρους αιώνες.
ΕΡΕΥΝΑ & ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΡΟΔΙΤΙΚΗ «ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ»
Η κυριότερη δυσκολία στη συλλογή στοιχείων που αφορούν τη ροδίτικη «μεταβυζαντινή φορεσιά» είναι η μικρή σχετικά ηλικία του πληροφοριοδότη, που σπάνια ξεπερνά τα 90. Ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί να θυμάται γεγονότα μετά το 1920, όταν θα ήταν σε ηλικία τουλάχιστον 5 χρονών. Στο να μας πληροφορήσει λοιπόν για μια φορεσιά που και στα 10 χωριά της σημερινής Νότιας Ρόδου καταργήθηκε κατά τέλη του 19ου αιώνα είναι εξαιρετικά δύσκολο. Αν έχει καλή μνήμη, ίσως θυμάται και ιστορίες από τους γονείς του ή τους παππούδες του, οι ποίοι θα γεννήθηκαν αν υπολογίσουμε με 20 χρόνια διαφορά περίπου το 1900 και το 1880 αντίστοιχα.
Από την άλλη πλευρά τα ενδύματα φτιαγμένα από υλικά που φθείρονται ή μετατρέπονται θα ήταν δύσκολο να επιζήσουν για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Άλλωστε το έθιμο της ταφής με τη νυφική, γαμπριάτικη ή την καλή φορεσιά και η συνήθεια της καύσης των ρούχων των νεκρών, συντέλεσε στο να μην φτάσουν οι ενδυμασίες αυτές μέχρι τις μέρες μας.
Διευκρινίζουμε ότι πρόκειται για «φορεσιά» και όχι για «στολή» που έπρεπε να τηρείται αυστηρό τυπικό. Για παράδειγμα αν κρίνουμε από το τοπωνύμιο στο Βάτι πού λέγεται «Της Κατερίνας η μυρτιά» και την ιστορία που μας λέει ότι το τοπωνύμιο πήρε την ονομασία του από την Κατερίνα που έχασε τη ζωή της προκειμένου να προστατέψει τη ζώνη της, βγάζουμε το συμπέρασμα ότι ακόμα και στη περίπτωση του μύθου, δεν αναφερόμαστε στην πλεκτή ροδίτικη ζώνη, αλλά σε ζώνη χρυσή ή τουλάχιστον χρυσοκέντητη. Ακόμα όμως και αν γνωρίζαμε πως ακριβώς ήταν η συγκεκριμένη ζώνη, δεν θα μπορούσαμε να την εντάξουμε στην παραδοσιακή φορεσιά, γιατί θα ήταν μια μεμονωμένη περίπτωση κάποιας, που της έκαναν δώρο μια ζώνη προερχόμενη από κάποια άλλη περιοχή ή κάποιας που είδε μια ζώνη προερχόμενη από κάποια άλλη περιοχή και την αντέγραψε ή έστω ακόμα και να πρόκειται για τη μόδα κάποιας γενιάς. Δεν έχουμε όμως μαρτυρία ότι υπήρχε παράδοση από γενιά σε γενιά, για να την εντάξουμε στη ροδίτικη παραδοσιακή-τοπική φορεσιά.
Οι προφορικές μαρτυρίες που αφορούν τη ροδίτικη «μεταβυζαντινή φορεσιά» είναι λίγες και προέρχονται από τα χωριά Ασκληπιείο, Βάτι, Μεσαναγρό, και Κατταβιά. Επίσης έχουμε και τη φωτογραφεία από το «Ημερολόγιο του Λαγγάη» από το χωριό Αρνίθα. Οι προφορικές μαρτυρίες είναι αξιόπιστες και αυτό άλλωστε αποδεικνύεται από τις ημερομηνίες που αναφέρονται στις περιγραφές οι οποίες συμπίπτουν. Έχουμε δε τις πληροφορίες αυτές όχι τόσο λόγω τις διατήρησης στα χωριά αυτά, αλλά λόγω της μακροβιότητας των κατοίκων που έτυχε να συναντήσουμε και της συγκυρίας ώστε αυτοί να θυμούνται απ’ τα παιδικά τους χρόνια μακρόβιους συγγενείς ή γυναίκες που η ενασχόλησή τους ήταν χαρακτηριστική (π.χ. καντηλανάφτισσα). Οι εξελίξεις και στα δέκα χωριά μας ήταν κοινές και αυτό λόγω της στενής επαφής των κατοίκων.
Οι πληροφορίες που λένε ότι κάθε χωριό είχε δική του φορεσιά είναι λάθος ή αναφέρονται στην εποχή που εισχωρεί η δυτική μόδα με διαφορετικούς ρυθμούς σε κάθε χωριό και διαφορετικά μοντέλα. Γενικά η Ρόδος είναι απ’ τα μέρη της Ελλάδας που παρουσιάζει μεγάλη ομοιογένεια και αυτό φαίνεται απ’ τα γλωσσικά της ιδιώματα, απ’ τα ήθη και έθιμά της, απ’ τη μουσική και το χορό, με μικρές παραλλαγές που είναι απόλυτα φυσιολογικές. Το ίδιο ισχύει και για τις ενδυματολογικές της συνήθειες. Όσο για τις απόψεις ότι η περιοχή δεν είχε ενδυματολογική παράδοση ούτε καν τις συζητάμε. Σ’ ένα χώρο που οι άντρες είχαν ενδυματολογική παράδοση θα ήταν ανιστόρητο να μην είχαν οι γυναίκες. Επικρατεί η ροδίτικη φορεσιά στη ποιο απλή και αγροτική εκδοχή της. Δεν είχαν κάτι το ιδιαίτερο ή το ξεχωριστό που να προσελκύσει τους περιηγητές της εποχής ώστε να την εξετάσουν ιδιαίτερα. Οι περιηγητές συνήθιζαν να εξετάζουν φορεσιές που ήταν πιο πλούσιες, π.χ. Έμπωνας, Απολλώνων, Αρχαγγέλου. Αν τα δέκα χωριά της Νότιας Ρόδου δεν είχαν καθόλου ενδυματολογική παράδοση ή ξεχωριστή απ’ το υπόλοιπο νησί, θα ήταν κάτι που θα έκανε τους περιηγητές να το εξετάσουν ιδιαίτερα, γιατί θα υπήρχαν και οι ιστορικοί λόγοι που θα ήταν υπεύθυνοι γι αυτό. Τουλάχιστον από το 1309 που οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννου εγκαθίστανται στο νησί, δεν αναφέρεται εισροή ξένου πληθυσμού σε τμήμα του ή κατοχή αυτού.
Στα δέκα χωριά του σημερινού Δήμου Νότια Ρόδο περίπου μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα επικρατούσε η ροδίτικη «μεταβυζαντινή φορεσιά». Καταλήγουμε σ’ αυτό το συμπέρασμα όχι μόνο επειδή οι λιγοστές γραπτές πηγές, οι προφορικές μαρτυρίες και τα λιγοστά ευρήματα από το χωριό Ασκληπιείο συμπίπτουν, αλλά και γιατί η ιστορία της Ρόδου δεν μας αφήνει να υποθέσουμε κάτι άλλο. Οι φορεσιές του Έμπωνα και Αρχαγγέλου είναι παραλλαγές τη ίδιας φορεσιάς. Η φορεσιά στα χωριά της Νότιας Ρόδου έμοιαζε με αυτή που σήμερα λέμε «Σιδερίτικη» (Αγίου Ισιδώρου), επειδή εκεί διατηρήθηκε περισσότερο.
Δεν αποκλείεται και η περίπτωση να μεσολάβησε κάποια βραχεία περίοδος κατά την οποία η φορεσιά αυτή φορέθηκε με εισαγόμενα «Δαμασκηνά» και «Κωνσταντινοπολίτικα» υφάσματα, χρυσοκέντητα, συνήθως στην απόχρωση του μπλε, του πορφυρού ή του ροδί, που ήταν οι κυρίως βυζαντινές αποχρώσεις. Σημειωτέον οι μαρτυρίες στα δέκα χωριά του Δήμου Νότιας Ρόδου είναι λιγοστές και όχι τεκμηριωμένες (βλέπε κεφάλαιο 7 προσωπικές μαρτυρίες – ευρήματα από το χωριό Λαχανιά και Ασκληπιείο).Γι’ αυτό μπορούμε να κάνουμε μόνο την υπόθεση, ότι επειδή η οι γυναίκες από τις οποίες θυμούνται να φοριόταν η φορεσιά αυτή ήταν μεγάλες σε ηλικία και πιθανών να ήταν και χήρες, θα ήταν απίθανο να φορούσαν ρούχα μεταξωτά και χρυσοκέντητα. Αν πάλι υποστηρίξουμε το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήθηκαν τέτοιου είδους υφάσματα, το ποιο πιθανό θα ήταν να μεταποιήθηκαν από τις ίδιες ή από τις κληρονόμους τους όταν άλλαξε η μόδα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα στο χωριό Γεννάδι για τη μεταξωτή πουκαμίσα ενός «βρακά» που την έκαναν κουρτίνα και που αργότερα την πέταξαν όταν πάλιωσε ή τη περίπτωση του μισοφούστανου στην Αρνίθα που απ’ αυτό έφτιαξαν δύο φούστες ή ακόμα και τις δύο πουκαμίσες που βρέθηκαν στο Ασκληπιείο που τις έκαναν φούστες όταν άλλαξε η μόδα και αργότερα τις έκαναν κουρτίνες για το «σπερβέρι» του αποκρέβατου. Το πιθανότερο όμως απ’ όλα είναι ότι οι γυναίκες τις νότιας Ρόδου, μετέβηκαν κατευθείαν από τη ροδίτικη «μεταβυζαντινή φορεσιά» στη πρώτη ευρωπαϊκή μόδα, το «Σακοφούστανο», μετά την κάποια οικονομική αναβάθμιση της περιοχής.
Αντικείμενο της έρευνας είναι η φορεσιά των χωριών της Νότιας Ρόδου που είναι φορεσιά αγροτική, αλλά δεν μπορούμε να την δούμε μεμονωμένα πάνω σ’ ένα νησί της έκτασης της Ρόδου, έως ότου η ομώνυμη πόλη της Ρόδου, ήταν το μοναδικό εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο. Επίσης τα χωριά είχαν τακτική επαφή με τη πόλη, και ήταν συχνές οι μετακινήσεις πληθυσμών, από την περιφέρεια προς το κέντρο και σπανιότερα αντίστροφα ή ακόμα περισσότερο και των χωριών μεταξύ τους. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη ότι η Ιστορία του νησιού σχετίζεται με την Ιστορία της πρωτεύουσάς του από την ίδρυσή της το 400 π.χ.
Η φορεσιά της πόλης μετά την κατάληψη του νησιού από τους Τούρκους την 1η Ιανουαρίου του 1523 ήταν η τούρκικη, αφού οι Χριστιανοί υποχρεώθηκαν να μένουν έξω απ’ τα τείχη. Στα «Μαράσια» όμως που κτίστηκαν από τους διωγμένους Χριστιανούς και ήταν κάτι σαν προάστια γύρω από τη τειχισμένη «μεσαιωνική πόλη» της Ρόδου, πιθανόν, δίχως να υπάρχει απόλυτη τεκμηρίωση, επικρατούσε κάποια αστικοποιημένη μορφή της ροδίτικης «μεταβυζαντινής φορεσιάς», όπως αυτή της Αρχαγγέλου με τα μεταξωτά υφάσματα, πού θα αντικαταστάθηκε σύμφωνα με την ευρωπαϊκή μόδα της εποχής, που ήταν το «σακοφούστανο».
4) ΛΟΓΟΙ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΡΟΔΙΤΙΚΗΣ «ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΦΟΡΕΣΙΑΣ»
Οι λόγοι κατάργησης ή διατήρησης γενικά της παράδοσης δεν προσδιορίζονται. Συνήθως έχουν να κάνουν με τη ψυχοσύνθεση του τόπου, του πολιτιστικού και κοινωνικού επιπέδου των κατοίκων, ή ακόμα και με ιστορικά γεγονότα που διαδραματιστήκαν ίσως και πριν από αιώνες, καθώς επίσης και με τη σταθερή ή απότομη οικονομική ανάπτυξη του τόπου.
Μετά τη κατάληψη της Ρόδου από τους Τούρκους την 1η Ιανουαρίου του 1523, μαζί με τους Ιππότες του Αγίου Ιωάννου έφυγαν από το νησί και πέντε χιλιάδες Ροδίτες. Έτσι η Ρόδος ήταν φυσικό μαζί με τους διανοούμενους, να χάσει και ένα μεγάλο μέρος από την εθνική και την κοινωνικοοικονομική της τάξη. Οι τάξεις αυτές, που για λόγους πολιτιστικής διαφοροποίησης έναντι των κατακτητών ή ακόμα και λόγω της ταξικής προβολής τους πιθανών να διατηρούσαν την φορεσιά, δε ξαναδημιουργήθηκαν όπως σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, που είχαν επί Τουρκοκρατίας ιδιαίτερα προνόμια.
Επίσης μετά τη κατάληψη της Ρόδου από τους Τούρκους, οι Ροδίτες και γενικά οι Χριστιανοί εκδιώκονται από τη τειχισμένη πόλη και έτσι παύει το νησί να έχει κάποιο ισχυρό κέντρο πολιτιστικής αναφοράς. Από πολιτιστικής πλευράς, επί Τουρκοκρατίας στο νησί δεν υπάρχει πόλη, αλλά μόνο χωρά με δύο θα λέγαμε κεφαλοχώρια, τον Αρχάγγελο στην ανατολική πλευρά του νησιού και τον Έμπωνα στη δυτική. Στη τειχισμένη «παλιά πόλη» όπως τη λέμε σήμερα έμεναν μόνο οι Τούρκοι και οι Ευρέοι.
Κατά τα μέσα του 19ου αιώνα η Σμύρνη γίνεται το νέο εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο. Ενώ η πόλη της Ρόδου είναι ήδη αποδυναμωμένη πολιτιστικά και οικονομικά. Την εποχή αυτή τα περισσότερα νησιά που βρίσκονταν κοντά στα μικρασιατικά παράλια, προχώρησαν στο «σακοφούστανο», καταργώντας τη παραδοσιακή τους φορεσιά και έμειναν μόνο ορισμένοι πυρήνες, όπως για παράδειγμα ο Αρχάγγελος όπου η φορεσιά εξελίσσεται με ευρωπαϊκά παπούτσια, βράκες κεντητές μέχρι τον αστράγαλο και μεταξωτό φουστάνι, ο Έμπωνας όπου η φορεσιά στολίζεται με σιρίτια και τα γύρο χωριά του Ατταβύρου.
Η κοντινή απόσταση και η μεγάλη επαφή που είχαν επί τουρκοκρατίας και πριν τη «Μικρασιατική καταστροφή», με την «Ανατολή» (όπως έλεγαν τη Μικρά Ασία) που παρουσιάζει μεγάλη ανάπτυξη, ευνόησε την αλλαγή αυτή στις ενδυματολογικές συνήθειες των περισσότερων χωριών της Ρόδου. Η επαφή αυτή ενισχύθηκε περισσότερο μέσω των αντρών που πήγαιναν ορισμένους μήνες το χρόνο ως εποχιακοί μετανάστες στη Σμύρνη και σε άλλα τότε ανεπτυγμένα κέντρα της «Ανατολής» και κατά την επιστροφή τους, έφερναν για δώρα στις γυναίκες και στις κόρες τους υφάσματα και ρούχα.. Σημαντικό ρόλο έπαιξε και ο προσανατολισμός του Τουρκικού κράτους που προωθούσε ένα «νέο» και «Δυτικό» θα λέγαμε τρόπο ζωής που ήταν συνυφασμένος με την προσπάθεια του να εξαλείψει τις διάφορες εθνότητες που συνυπήρχαν στην επικράτειά του.
Ο σημαντικότερος λόγος κατάργησης της ροδίτικης «μεταβυζαντινής φορεσιάς», είναι το ότι σταμάτησε να εξελίσσεται, λόγω της χαμηλής ανάπτυξης της περιοχής, τους τρις πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να εκτοπιστεί στα τέλη του 19ου αιώνα, από τη πρώτη ευρωπαϊκή μόδα που ήταν το «σακοφούστανο». Ιδιαίτερα για το 16ο αιώνα η Ιστορία της Ρόδου του Χ. Ι. Παπαχριστοδούλου αναφέρει ότι, «είναι μια σκοτεινή περίοδος για ολόκληρο το νησί. Στην πόλη της Ρόδου δεν έχουν αποκαλυφθεί τουλάχιστον μέχρι σήμερα, έστω και λείψανα τέχνης, της πλέον χαρακτηριστικής εκδήλωσης του ανθρώπου»
Σημαντικό ρόλο έπαιξε και ή στάση, όσων ασχολήθηκαν μεταπολεμικά με τον πολιτισμό που παρουσίαζαν ως παραδοσιακή φορεσιά το «σακοφούστανο», στη προσπάθειά τους να παρουσιάσουν ένα θέαμα πλουσιότερο που πίστευαν ότι ενδείκνυται για τουριστική προβολή και που θα έδινε και το στίγμα της αστικής και συνεπώς πιο εκλεπτυσμένης συνήθειας. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, να αγνοείται στις μέρες μας, ακόμα και η ύπαρξη της «ροδίτικης μεταβυζαντινής φορεσιάς» και να χαθούν σημαντικές πληροφορίες. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά της κας Μαριετούλας Παπαστέργου απ’ το χωριό Ασκληπιό που μας λέει ότι, «όταν έρχονται και με ρωτούν για παλιές φορεσιές κι εγώ αρχίσω να λέω γι’ αυτήν, γυρίζουν το κεφάλι τους αλλού. Θέλουν να τους λέω για την άλλη, την ποιο καινούρια επειδή ήταν πιο λουσάτη (φανταχτερή – εντυπωσιακή), εννοώντας το «σακοφούστανο».
Τέλος ας μη διστάσουμε να αναφέρουμε και τις συνθήκες που αντιμετώπισε μεταπολεμικά ο Ροδίτικος πολιτισμός, μέσα στο αναπόφευκτο συνονθύλευμα του «πανελληνισμού». Η λιτότητα που χαρακτηρίζει τη φορεσιά αυτή, συμπληρώνει τη γενικότερη εικόνα που χαρακτηρίζει τη νότια Ρόδο, όπως είναι για παράδειγμα η λιτή παραδοσιακή διατροφή και η λιτή διακόσμησα της παραδοσιακής κατοικίας, και είναι απόηχος των αρχαίων δωρικών συνηθειών των κατοίκων, όπως επίσης και τα δωρικά γλωσσικά τους ιδιώματα. Η λιτότητα όμως αυτή, έρχεται σε αντίθεση με τις βαριές φορεσιές, τις πλούσιες σε κεντίδα, στολίδια και χρωματισμό των περισσότερων περιοχών της σημερινής Ελλάδας, που συνέχισαν να εξελίσσονται μέσα στη τουρκοκρατία.
5) «ΣΑΚΟΦΟΥΣΤΑΝΟ»
Απ’ τα μέσα έως τα τέλη του 19ου αιώνα οι ενδυματολογικές συνήθειες στα χωριά της σημερινής Νότιας Ρόδου και γενικά του μεγαλύτερου τμήματος του νησιού αλλάζουν σύμφωνα με την μόδα, που είναι το «σακοφούστανο».
Η συγκεκριμένη ενδυμασία χαρακτηρίζεται ως «μόδα» και όχι ως «φορεσιά» γιατί δε βασίζεται στη παράδοση όπως η ροδίτικη «μεταβυζαντινή φορεσιά» αλλά στην αλλαγή. Σε πολλά χωριά μάλιστα επειδή αυτή θυμούνται τη θεωρούν τοπική παραδοσιακή φορεσιά. Είναι όμως γνωστό ότι η φούστα εμφανίσθηκε στην Ευρώπη στις αρχές του 19ου αιώνα και έφθασε στο τόπο μας με κάποια σχετική καθυστέρηση (ντεμοντέ). Η συγκεκριμένη ενδυμασία, δεν έχει ούτε τα βασικά χαρακτηριστικά της ελληνικής φορεσιάς. Είναι μια μόδα με ευρωπαϊκά πρότυπα και με ανατολίτικα υφάσματα και αξεσουάρ.
Η φούστα δεν είναι ενταγμένη ούτε στις ευρωπαϊκές τοπικές φορεσιές. Αν και η μόδα της φούστας εμφανίστηκε στις ευρωπαϊκές χώρες, οι Ευρωπαίοι τη ξεχώρισαν από τις τοπικές τους φορεσιές, που κι αυτές έχουν σαν βασικό ένδυμα τη πουκαμίσα, που κι εδώ έχει τις ρίζες της στη αρχαία Ρωμαϊκή “tunica”.
Η νέα αυτή μόδα κυριαρχούσε στη Σμύρνη που ήταν το μεγάλο αστικό κέντρο της Μικράς Ασίας και των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και λιγότερο στα μικρότερα αστικά κέντρα και χωριά, όπου διακρίνεται κάποια τοπικότητα και ιδιαιτερότητα που έχει να κάνει με το δικό τους προσωπικό γούστο και τα υλικά π.χ. υφάσματα που έφθαναν σ’ αυτά.
Στο βιβλίο «Η Ρόδος του χθες» του κ. Σταύρου Γιωργαλλίδη και παρουσιάζεται η ροδίτικη φορεσιά σε διάφορες εκδοχές, ανάλογα με την εποχή και τις ιδιαιτερότητες του κάθε χωριού. Μία από τις φωτογραφίες του βιβλίου αυτού παρουσιάζεται με τον υπότιτλο «Κάτοικοι του Κοσκινού με τοπικές ενδυμασίες». Πρόκειται όμως για λάθος, γιατί στη πραγματικότητα πρόκειται για κάτοικους του χωριού Ασκληπιείου, που φορούν τα ρούχα των παππούδων τους - που έζησαν περίπου από 1890 έως 1960 - προκειμένου να υποδεχθούν το Βασιλιά Παύλο στη Ρόδο, μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου το 1949.. Παρουσιάζονται με μια λαϊκή ενδυμασία με δυτικά πρότυπα και ανατολίτικα στολίδια. Πρόκειται για την ευρωπαϊκών προτύπων μόδα το «σακοφούστανο», που επικρατούσε με την ίδια περίπου μορφή στα Βαλκάνια, στα μικρασιατικά παράλια και σε διάφορα άλλα μέρη της βορειοανατολικής Μεσογείου, από τα τέλη του 19ου έως τις πρώτες δεκαετίες 20ου αιώνα. Για το λόγω αυτό, ο χαρακτηρισμός «τοπικές ενδυμασίες» δε ταιριάζει στη περίπτωση γιατί οι φορεσιές της φωτογραφίας, δεν είναι τοπικές. Η φορεσιά είναι παρόμοια και μ’ αυτή που συναντά και η Αθηνά Ταρσούλη στο χωριό Αφάντου που επισκέφθηκε τη Ρόδο κατά τα μέσα του 20ου αιώνα, μετά την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου.
6) ΑΝΤΡΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ
Την αντρική φορεσιά δεν χρειάζεται να την εξετάσουμε ιδιαίτερα. Ήταν η γνωστή «βράκα», αρχικά λευκή-βαμβακερή και υφαντή, όπως φαίνεται και στη φωτογραφεία από το χωριό Κατταβιά που όταν πάλιωνε και κιτρίνιζε τη βάφανε μπλε ή μαύρη, όπως μας περιγράφει και η κα Άρτεμη Διακοσάββα απ’ το Βάτι.
Όπως μας λέει η κα Θεανώ Αυγουστάκη απ’ τον Μεσαναγρό, οι άντρες είναι πιο συντηρητικοί στην εμφάνισή τους και δεν άλλαξαν εύκολα μόδα. Σταδιακά και με αργούς ρυθμούς, αντικατέστησαν τις μπότες με παπούτσια, μετά το γιλέκο με σακάκι και τελικά έβγαλαν και τη «βράκα» και έγιναν «φραγκοφορεμένοι». Ο κ. Κωνσταντίνος Κώνστας- Μαστρογιάννης απ’ το Γεννάδι, μας περιγράφει και την τρίχινη «καμουζέτα ή καμουζέρα» και το τρίχινο καπέλο.
Από το χωριό Κατταβιά προέρχεται και η φωτογραφία, στην οποία παρουσιάζονται οι νεαροί Κατταβενοί φορώντας λευκή βράκα, καθώς μεταφέρουν την εικόνα της «Παναγιάς της Σκιαδενής» στο χωριό τους.
7) ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ – ΕΥΡΗΜΑΤΑ
Α) ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ
Στο χωριό Ασκληπιό η κα. Ειρήνη Καμπανάρη που γεννήθηκε το 1915 περιγράφει αρχικά το «σακοφούστανο» επίσης θυμάται ότι υπήρχε κάποια άλλη παλαιότερη φορεσιά που έμοιαζε με αυτή που σήμερα λέμε Σιδερίτικη.
Η κα Μαριετούλα Παπαστέργου που γεννήθηκε το 1917 αρχικά περιγράφει κι αυτή το σακοφούστανο και στη ερώτηση αν υπήρχε παλαιότερη, απαντά ότι «υπήρχε και πως ήταν με «μια άσπρη πουκαμίσα μακριά ποιο κάτω από το γόνατο κι απέξω άλλη πιο κοντή σκούρα και στη μέση η ζώνη ήταν πλεκτή». Αλλά όταν έρχονται και με ρωτούν για παλιές φορεσιές κι εγώ αρχίσω να λέω γι’ αυτήν γυρίζουν το κεφάλι τους αλλού. Θέλουν να τους λέω για την άλλη την ποιο καινούρια επειδή ήταν πιο λουσάτη (φανταχτερή – εντυπωσιακή).
Επίσης θυμούνται διάφορες γυναίκες που φορούσαν τη παλιά ροδίτικη «μεταβυζαντινή φορεσιά» όπως τη Χατζημαρία από την οικογένεια των Θαρενών που πήγε και στους Αγίους Τόπους και τη θυμόντουσαν καλύτερα γιατί ήταν καντηλανάφτισσα.
Επίσης από το χωριό Ασκληπιό έχουμε και τα εξής ευρήματα: Δύο υφαντές βαμβακερές πουκαμίσες, η μία με κέντημα στο ποδόγυρο σε σχήμα τετραγωνάκια και η άλλη σε σχήμα ρόμβων. Οι πουκαμίσες αυτές βρέθηκαν κομμένες στη μέση, προφανώς για να χρησιμοποιηθούν και ως φούστες όταν άλλαξε η μόδα. Η μία από αυτές τις πουκαμίσες – αυτή με τα τετραγωνάκια – κατέληξε κουρτίνα σε σπερβέρι αποκρέβατου. Επίσης βρέθηκε ένα γιλέκο της «μεταβυζαντινής φορεσιάς», με ύφανση σε ψαροκόκαλο. Στο εκκλησιαστικό μουσείο του Ασκληπιείου, είναι εκτεθειμένα και δύο ασημένια στολίδια τριγωνικού σχήματος που χρησιμοποιούνταν για να στερεώνουν το μαντήλι, σαν αυτά που περιγράφει και περιηγητής Charles Newton (βλέπε κεφάλαιο 1). Ακόμα βρέθηκε ένα μεταξωτό αμάνικο φουστάνι. Το φουστάνι αυτό, πιθανών να φορέθηκε πάνω από πουκαμίσα, δίχως όμως αυτό να είναι τεκμηριωμένο. Το ίδιο ισχύει και για το, τσόχινο, χρυσοκέντητο γιλέκο, πράσινου χρόματος, μάλλον μικρασιάτικης καταγωγής. Από το χωριό Ασκληπιό έχουμε και άλλα ευρήματα που ανήκουν στο «σακοφούστανο», όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές μόδες του 20ου αιώνα και παρόμοια έχουν βρεθεί και στα γύρω χωριά.
Β) ΒΑΤΙ
Η τελευταία γυναίκα πού θυμούνται να φορούσε τη ροδίτικη «μεταβυζαντινή φορεσιά» στο χωριό Βάτι πριν φορεθεί η μόδα με τους σάκους και τα μισοφούστανα, ήταν η Στεργούλα Παπαγεωργίου ή «Κουλιά» πού γεννήθηκε το 1835 και πέθανε το 1940 σε ηλικία 105 ετών και έτσι τη θυμούνται όλοι οι κάτοικοι του χωριού που έχουν γεννηθεί το 1930, όπως η Μαριάνθη Καμπουροπούλου, ο δάσκαλος Τριαντάφυλλος Καμπούρης, ο δάσκαλος Αθανάσιος Ψελλάκης κ.α. Όπως περιγράφεται η φορεσιά της από την δισέγγονή της κα Μαρουσία Καμπούρη, είναι με το αμάνικο εξωτερικό φουστάνι στην απόχρωση του μπλε και δίχως σιρίτια. Θυμάται επίσης ότι όταν δούλευε στο χωράφι συνήθιζε να ανεβάζει το εξωτερικό φουστάνι μέχρι τη μέση, άλλες φορές πάλι - ιδίως όταν έκανε ζέστη - το έβγαζε και έμενε με την πουκαμίσα και το έβαζε ξανά όταν τελείωνε τη δουλειά. Το ύφασμα του φουστανιού ήταν σκληρό σαν «τζιν». Τη ζώνη της την έδενε πότε στη περιφέρεια και πότε στη μέση δίχως κάποιο ιδιαίτερο κανόνα, αλλά όπως τη βόλευε.
Άλλη που περίγραψε τη ροδίτικη φορεσιά όπως τη θυμόταν από τη Στεργουλα Παπαγεωγίου (πού ήταν μητέρα της πεθερά της) και από διηγήσεις των μεγαλυτέρων της, είναι η κα Άρτεμη Διακοσάββα, κόρη του γιατρού Θεόδωρου Κωνσταντινίδη (συγγραφέα του βιβλίου «Λεξιλόγιο της δημώδους Ροδιακής διαλέκτου»). Από τις περιγραφές της η φορεσιά αποτελείτο από τη πουκαμίσα που ερχόταν μακριά, πιο κάτω απ’ το γόνατο, περίπου μέχρι τη μισή γάμπα και το εξωτερικό πτυχωτό αμάνικο φουστάνι, που σούρωνε κάτω απ’ το στήθος και ερχόταν 4-5 πόντους πιο κοντό από τη πουκαμίσα. Το χειμώνα φορούσαν και την «καμουζέτα» που ήταν μακρομάνικο γιλέκο, συνήθως μάλλινο. Η επίσημη φορεσιά της λεύτερης και της νύφης ήταν λευκή). Όπως το ύφαιναν το βαμβάκι το αφήνανε λευκό (στο χρώμα του). Όταν πάλιωνε και κιτρίνιζε, βάφανε το εξωτερικό φουστάνι μπλε με λουλάκι και αν ξεθώριαζε το ξαναβάφανε. Το μπλε το συνήθιζαν περισσότερο οι παντρεμένες, που δεν έραβαν πια καινούρια ρούχα για τον εαυτό τους αλλά έβαφαν τα παλιά. Όταν χήρευε ή γυναίκα τότε το έβαφε μαύρο. Μαύρα επίσης ήταν και τα καθημερινά, τα πρόχειρα ρούχα, που φορούσαν στη δουλειά και τελικά ως χρώμα επικράτησε, ίσως λόγω του ότι όταν σταμάτησαν πια να υφαίνουν και αγόραζαν έτοιμα υφάσματα, τα αγόραζαν στο μπλε ή στο μαύρο, που ήταν χρώματα πιο ανθεκτικά. Το ίδιο συνέβαινε και με την αντρική φορεσιά. Αρχικά η βράκα ήταν λευκή, στο χρώμα του βαμβακιού και όταν κιτρίνιζε τη βάφανε μπλε, ή μαύρη για πιο πρόχειρη που τελικά επικράτησε.
Η Άρτεμη Διακοσάββα με ενημέρωσε και για κάποιες ιδιαιτερότητες ορισμένων χωριών, όπως για παράδειγμα, τα σιρίτια στη στολή του Έμπωνα, ή για τις μακριές βράκες που φορούσαν σε ορισμένα χωριά όπως για παράδειγμα στον Αρχάγγελο), προκειμένου να φορέσουν Ευρωπαϊκά παπούτσια. Στην ερώτηση αν υπήρχε κάποια ιδιαιτερότητα στα δικά μας χωριά απάντησε πως δε πιστεύει και πώς από τα Λάερμα και πέρα η παρουσία των γυναικών ήταν περισσότερο αγροτική, δίχως μακριές βράκες μέχρι τον αστράγαλο και ευρωπαϊκά παπούτσια ή αν φορούσαν μακριές βράκες τις φορούσαν μέσα από τις μπότες. Η φορεσιά διευκρινίζει ότι ήταν σαν τη Σιδερίτικη (Αγίου Ισιδώρου), όπου και διατηρήθηκε περισσότερο και ήταν γνωστή στο Βάτι και σε άλλα χωριά της Νότιας Ρόδου από τις Σιδερίτισες που έρχονταν για να εργαστούν μεροκάματο σαν θερίστριες.
Γ) ΜΕΣΑΝΑΓΡΟΣ
Στο χωριό Μεσαναγρός η κα Ειρήνη Βαλασάκη που γεννήθηκε το έτος 1909, θυμάται τη θεία της Ναστασούλα μια από τις τελευταίες γυναίκες του χωριού που φορούσε τη ροδίτικη «μεταβυζαντινή φορεσιά». Η φορεσιά αυτή αποτελείτο από μια μακρομάνικη πουκαμίσα, που ερχόταν μακριά κάτω απ’ το γόνατο, περίπου μέχρι τη μισή γάμπα και εξωτερικά έμπαινε το φουστάνι που ήταν ποιο κοντή απ’ τη πουκαμίσα. Το ύφασμα της φούστας ήταν σκληρό. Το περιγράφει «σαν αυτό που φορούν σήμερα τα παιδιά» εννοώντας το τζιν. Εξωτερικά φορούσε και ένα σάκο (εννοεί τη καμουζέτα) που έδενε κάτω απ’ το στήθος. Η φορεσιά της ήταν σαν αυτή που συνέχισαν να φορούν οι Σιδερίτισες. Ήταν κι άλλες γυναίκες στην ηλικία της που φορούσαν τα ίδια αλλά δεν θυμάται ποιες ήταν. Θυμάται όμως τη θεία της τη Ναστασούλα γιατί την άφηναν σ’ αυτήν οι γονείς της να την προσέχει όταν έφευγαν στα χωράφια. Όταν η θεία Ναστασούλα απεβίωσε η κα Ειρήνη Βαλασάκη ήταν περίπου επτά χρονών δηλαδή περίπου το 1915 και αν υποθέσουμε ότι απεβίωσε ογδόντα ετών, πρέπει να γεννήθηκε περίπου το 1936. Η θεία Ναστασούλα πρέπει να ήταν στην ίδια ηλικία με τη κα Στεργούλα Παπαγεωργίου απ’ το Βάτι με τη διαφορά ότι η κα Στεργούλα έζησε 25 χρόνια περισσότερο.
Η κατά εννέα χρόνια νεότερη από τη κα Ειρήνη η κα Θεανώ Αυγουστάκη, που γεννήθηκε το έτος 1918, δε θυμάται πια καμιά γυναίκα στον Μεσαναγρό με τη ροδίτικη φορεσιά. Θυμάται την ηλικία της γιαγιάς της και της μητέρας της με το σακοφούστανο. Η μητέρα της είχε ένα μπαούλο με ρούχα της εποχής εκείνης, που τα έκαψαν σύμφωνα με τη συνήθεια να καίνε τα ρούχα των νεκρών. Η γενιά η δική της φόρεσε την επόμενη μόδα που ήταν οι ρόμπες. Οι γυναίκες αλλάζουν μόδα ποιο εύκολα απ’ τους άντρες είπε, και αφηγήθηκε και την ιστορία κάποιου «βρακά» (βρακοφόρου) του Γιώργη, όταν αυτή ήταν περίπου δέκα χρονών, δηλαδή περίπου το 1928. Ο Γιώργης στο γάμο του έβαλε κουστούμι αλλά για να μην τον κοροϊδεύουν, τη δευτέρα του γάμου του ξανάβαλε «βράκα». Στο γάμο του τραγούδησαν το ακόλουθο δίστιχο.
«Πετάξανσιν οι πέρδικες και κάτσασει στ’ αλώνια,
κοιτάξετε τον Γιωρκαρά που ‘βαλε παντελόνια.»
Δ) ΚΑΤΤΑΒΙΑ
Στο χωριό Κατταβιά η κα Ειρήνη - Κατίνα Παύλου Βλάμη σύζυγος Κυριάκου Καρπαθιού που γεννήθηκε το έτος 1912, μας περιγράφει τη φορεσιά της γιαγιάς της Ειρήνης σύζυγος Ιωάννου Παπαγεωργίου. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της εγγονής της Ειρήνης-Κατίνας πρέπει να γεννήθηκε από το 1855 έως το 1860.
(Οι υπολογισμοί της έχουν ως εξής: Αυτή γεννήθηκε το 1912 και με τη μητέρα της είχε 26 χρόνια διαφορά. Η μητέρα της με τη γιαγιά της είχαν περίπου 30 χρόνια διαφορά, γιατί η μητέρα της ήταν το τρίτο κατά σειρά παιδί στην οικογένεια. Άρα 1912 μείον 55 από το 1855 έως το 1860 γεννήθηκε η κα Παπαγεωργίου Ειρήνη).
Σύμφωνα με την περιγραφή της γιαγιάς της, αυτή όπως και οι άλλες γυναίκες της Κατταβιάς εκείνη την εποχή, φορούσαν μόνο τη πουκαμίσα «ζούρκα» δίχως εξωτερικό φουστάνι. Μου είπε ακόμα ότι και οι Μπωνιάτισες στις καθημερινές τους δραστηριότητες φορούσαν μόνο τη πουκαμίσα και το εξωτερικό φουστάνι το φορούσαν σαν στολίδι στις επίσημες εκδηλώσεις τους, στις γιορτές και στα πανηγύρια. Το χειμώνα έβαζαν εσωτερικά και άλλα ρούχα για να προστατεύονται απ’ το κρύο. Τη φορεσιά αυτή τη φορούσε η γιαγιά της όσο ήταν λεύτερη. Όταν παντρεύτηκε περίπου το έτος 1875 της την έβγαλε ο άντρας της γιατί της έφερε ρούχα «από την Ανατολή», απ’ όπου έφερε και μεγάλη περιουσία (300 χρυσές λίρες).
Η φορεσιά αποτελείτο από μια υφαντή λευκή βαμβακερή πουκαμίσα που έφθανε μέχρι τη μισή γάμπα και είχε ένα ελαφρύ κέντημα στον ποδόγυρο, στις άκριες των μανικιών και στο λαιμό. Στη μέση έδεναν ένα υφαντό ζωνάρι πού είχε συνήθως χρώμα μπλε. Τα μαντήλια τ’ αγόραζαν έτοιμα και ήταν λευκά, χρωματιστά ή πολύχρωμα. Για υποδήματα φορούσαν τα «πο(δ)ήματα» που ήταν τα ίδια με τις «μπωνιάτικες μπότες». Πο(δ)ήματα φορούσε ακόμα κι αυτή όταν ήταν μικρή περίπου μέχρι 12 - 13 χρονών.
Επίσης από το χωριό Κατταβιά προέρχεται και η φωτογραφία, στην οποία παρουσιάζονται οι νεαροί Κατταβενοί φορώντας λευκή βράκα, καθώς μεταφέρουν την εικόνα της «Παναγιάς της Σκιαδενής» στο χωριό τους.
Ε) ΑΡΝΙΘΑ
Η κα Μάρθα Σαββή χήρα Κωνσταντίνου απ’ το χωριό Αρνίθα που γεννήθηκε το 1917. περιγράφει το σοκοφούστανο και απ’ ότι λέει διευκόλυνε η φούστα γιατί πλυνόταν ευκολότερα το κάτω μέρος, που λερωνόταν συχνότερα. Υπήρχαν δε και μισές φούστες που ήταν υφαντές. Επίσης η φούστα ερχόταν πολύ φαρδιά και όταν η μόδα αυτή καταργήθηκε η μητέρα της έφτιαξε απ’ αυτό το ύφασμα δύο φουστάνια.
Από την Αρνίθα όμως προέρχεται η φωτογραφεία του βιβλίο «Ημερολόγιο Λαγγάνη» με τον υπότιτλο «Χωρικαί εξ Αρνίθας».
ΣΤ) ΛΑΧΑΝΙΑ
Απ’ το χωριό Λαχανιά η κα Σαββάκη Παρασκευή μας περιγράφει το μεταβατιό στάδιο ανάμεσα στη «Ροδίτικη παραδοσιακή φορεσιά» και το «σακοοφούστανο» και βλέπουμε ότι οι Λαχανιάτισες με τη γιορτινή τους φορεσιά φορούσαν μακριές βράκες μέχρι τον αστράγαλο, εσωτερικά μέσα από τις μπότες και όχι με ευρωπαϊκά παπούτσια, κι’ από τη διακόσμηση στις μπότες επιβεβαιώνεται ότι φορούσαν τις μπότες και με τα γιορτινά τους.
Επίσης μας περιγράφει τη φορεσιά της μεταβατικής περιόδου ανάμεσα στη «Ροδίτικη παραδοσιακή φορεσιά» και το «Σακοφούστανο». Στη Λαχανιά, όπως και σε άλλα χωριά και όπως μας δείχνουν και τα ευρήματα από το χωριό Ασκληπιείο ακολούθησε μια μεταβατική περίοδος κατά την οποία, οι νεαρές κοπέλες φορούσαν ανοικτόχρωμα ρούχα, συνήθως κανελί με ρίγες. Όταν όμως έχαναν κάποιο συγγενή τότε φορούσαν για πάντα μαύρα. Στο κεφάλι φορούσαν δύο μαντήλια, το ένα το σκούφωναν από μέσα για να μην φαίνονται τα μαλλιά, το άλλο το έριχναν από πάνω σε σχήμα τριγώνου και οι δυο άκρες ήταν ριγμένες εμπρός. Στο μέτωπο στην άκρη του μαντιλιού ήταν ραμμένο ένα μικρό σιρίτι απ’ όπου κρέμονταν κάτι μικρά μπρούτζινα τετραγωνάκια σαν αστεράκια. Το γιλέκο ήταν αμάνικο, έφτανε ως τη μέση, είχε λαιμόκοψη και κούμπωνε με κουμπιά. Το πουκάμισο ήταν άσπρο με πολύ μικρό γιακαδάκι ή λαιμόκοψη και τα μανίκια στην άκρη είχαν βολάν. Η φούστα ήταν φαρδιά, έφτανε κάτω από το γόνατο και στη μέση έδενε με λάστιχο. Είχαν και ζωνάρι αλλά δεν το έδεναν σφικτά. Η βράκα έφτανε ως τον αστράγαλο και έδενε με λάστιχο. Στα πόδια φορούσαν δερμάτινες μπότες κομμένες στην άκρια πριονωτά (Ζικ-Ζακ) και λίγο πιο κάτω από το κόψιμο ήταν ραμμένο ένα κόκκινο σιρίτι με χρυσό κέντημα.
Ζ) ΙΣΤΡΙΟΣ
Η κα Πόλου Χρυσή από το χωριό Ίστριος μας περιγράφει κι αυτή το σακοφούστανο και συμπληρώνει ότι χρησιμοποιούσαν υφάσματα κλαδωτά, μεταξωτά ή χασεδένια, ανάλογα με την οικονομική άνεση της κάθε οικογένειας ή υφάσματα από κάποτο για πιο πρόχειρα. Επίσης από κάποια εποχή και μετά άρχισαν να χρησιμοποιούνται και ευρωπαϊκά παπούτσια, δίχως όμως τις μακριές βράκες όπως στη φορεσιά τού Αρχαγγέλου αλλά με μακριές κάλτσες μέχρι το γόνατο.
Η) ΓΕΝΝΑΔΙ
Το σακοφούστανο θυμάται και η κα Μαθιουδάκη Αικατερίνη απ’ το χωριό Γεννάδι, που γεννήθηκε το 1912.
Ο κ. Κώνστας Κωνσταντίνος Μαστρογιάννης που γεννήθηκε το 1911 είπε ότι θυμάται τη μητέρα του με τα «μισοφούστανα». Το ίδιο και η σύζυγος του κα Δέσποινα θυμάται τα μισοφούστανα που φορούσε η γιαγιά της που ήταν γεννηθείσα περίπου το 1875 - 1880. Αναφέρουν επίσης τη στολή του «βρακά» και ότι το χειμώνα εξωτερικά φορούσαν και ένα σάκο την «καμουζέρα». Ήταν φτιαγμένη από ύφασμα φτιαγμένο από τρίχα κατσίκας, που αφού το ύφαιναν το πατούσαν δύο άτομα που κάθονταν αντικριστά για να δέσει. Από το ίδιο ύφασμα ήταν φτιαγμένο και το καπέλο. Αναφέρουν και τη περίπτωση για κάποια μεταξωτή ανδρική πουκαμίσα που τη μετέτρεψαν σε κουρτίνα και που αργότερα την πέταξαν όταν πάλιωσε.
Οι άλλοι κάτοικοι του χωριού είναι κατά πολύ νεότεροι. Στο Γεννάδι που ήταν από τα κεντρικά χωριά της Νότιας Ρόδου, οι εξελίξεις ίσως να έφθαναν λίγο νωρίτερα
Θ) ΑΠΟΛΑΚΚΙΑ
Στο χωριό Απολακκιά ο κ. Σάββας Λέργος περιγράφει κι αυτός το σακοφούστανο. Άλλωστε ένα αγοράκι είναι πολύ δύσκολο να παρατηρήσει τι φορούν οι γυναίκες και μάλιστα οι γριές εκτός κι αν είναι συγγενείς πρώτου βαθμού, όπως μάνα ή γιαγιά. Όμως ο κ. Λέργος δε γνώρισε καθόλου γιαγιά και τη μητέρα του την έχασε με τη γρίπη το 1916. Ογδόντα άνθρωποι πέθαναν είπε με τη γρίπη το 1916 που στο μεγαλύτερο ποσοστό είναι φυσικό να ήταν ηλικιωμένοι.
Ι) ΠΡΟΦΥΛΙΑ
Στο χωριό Προφύλια η κα Συγαμβρή Κωνσταντίνα που γεννήθηκε το 1913 περιγράφει το σακοφούστανο. Θυμάται κάποια γριά που λεγόταν Κάραλη Μαρία και φορούσε ρούχα μονοκόμματα – ριχτά, με ένα ζωνάρι στη μέση, αλλά ήταν πολύ φτωχή και τα ρούχα της φθαρμένα. Γι’ αυτό δε νομίζω ότι μπορούμε να το καταγράψουμε ως ενδυματολογική συνήθεια.
Αξίζει όμως να αναφέρουμε την ιστορία που περιγράφει η κα Κωνσταντίνα για το πώς καταργήθηκε στη Προφύλια η μόδα με του «σάκοφούστανου» και πώς οι κοπέλες του χωριού προχώρησαν στη επόμενη μόδα που ήταν η «ρόμπα». Η αλλαγή δεν έγινε σταδιακά αλλά απότομα, κατόπιν συνεννόησης των κοριτσιών του χωριού, ώστε να εμφανιστούν με τη νέα μόδα στο γάμο του Μαυρουδή Σπανακαρά και της Δημητρούλας, όταν η κ. Κωνσταντίνα ήταν 19-20 χρονών, δηλαδή περίπου το 1922 – 1923.. Στο γλέντι ο οργανοπαίκτης που έπαιζε λίρα τους τραγούδησε και το ακόλουθο τετράστιχο:

«Στ’ ανάθεμαν το ψιαλί μη πω και τη μοδίστρα,
που βάλλουν τώρα τα κοντά με τη στραοχωρίστρα.
Εβάλλαν τα φορέματα οι λεύτερες κι ελάμπαν,
Και τώρα βάλλουν τα κοντά να φαίνετε η γάμπα».
8) ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ 1Ο: Βασιζόμενοι στις Ιστορικές πηγές, στις προσωπικές μαρτυρίες, καθώς και στην ιστορία και ομοιογένεια της Ρόδου, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι στη Νότια Ρόδο περίπου μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα δεν θα μπορούσε να επικρατεί άλλη φορεσιά εκτός απ’ τη ροδίτικη μεταβυζαντινή φορεσιά.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ 2Ο: Γενικά στη Νότια Ρόδο μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα επικρατεί η ροδίτικη μεταβυζαντινή φορεσιά στη πιο απλή και αγροτική εκδοχή της. Οι φορεσιές του Έμπωνα και Αρχαγγέλου είναι παραλλαγές τη ίδιας φορεσιάς.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ 3Ο: Στο χωριό Κατταβιά μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα οι γυναίκες εξακολουθούσαν να φορούν τη πουκαμίσα που δεν ήταν άλλη από την αρχαία Ρωμαϊκή-Βυζαντινή “tunica” δίχως τη προσθήκη της αναγεννησιακής «φούστας».
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ 4Ο: Δεν αποκλείεται να υπήρξε και μια βραχεία μεταβατική περίοδος κατά την οποία το εξωτερικό φουστάνι της ροδίτικης μεταβυζαντινής φορεσιάς να φορέθηκε με τα μεταγενέστερα, εισαγόμενα «Δαμασκηνά» και «Κωνσταντινοπολίτικα» υφάσματα, αν και για τους λόγους που περιγράφω στο 3ο κεφάλαιο «έρευνα αλληλεπιδράσεις», δεν είναι τεκμηριωμένο.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ 5Ο: Περίπου τα τέλη του 19ου αιώνα εμφανίζεται στα δέκα χωριά της σημερινής Νότιας Ρόδου η μόδα με τα «σακοφούστανα» η ροδίτικη «μεταβυζαντινή φορεσιά» δε καταργείται απότομα, αλλά οι ώριμες σε ηλικία γυναίκες εξακολουθούν να τη φορούν μέχρι το τέλος της ζωής τους. Η μόδα του «σακοφούστανου» παραχωρεί τη θέση της στην επόμενη μόδα που είναι οι «ρόμπες», περίπου τις δεκαετίες του 1910-1920.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ 6Ο: Το «σακοφούστανο», όπως και η «ρόμπα, χαρακτηρίζεται ως «μόδα» και όχι ως «φορεσιά». Είναι μια μόδα με ευρωπαϊκά πρότυπα και με ανατολίτικα υφάσματα και αξεσουάρ, που εμφανίζεται στη Ρόδο και γενικά στην ευρύτερη περιοχή της βορειοανατολικής Μεσογείου περίπου το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ 7Ο: Την αντρική φορεσιά δεν χρειάζεται να την εξετάσουμε ιδιαίτερα. Ήταν η γνωστή «βράκα», αρχικά λευκή-βαμβακερή και υφαντή, που όταν πάλιωνε και κιτρίνιζε τη βάφανε μπλε ή μαύρη.
Σημείωση ΡΟΔΟΣυλλέκτη: Τις φωτογραφίες του κειμένου μπορείτε να τις δείτε στο υπέροχο site του Δήμου Νότιας Ρόδου στη σελίδα: (http://www.southrhodes.gr/index.asp?a_id=978)
Πηγή :  http://rokar-rokar.blogspot.com/

Η σημασία της Μόδας στη ζωή μας

Σαράντος Ι. Καργάκος : Ο άνθρωπος προσπαθεί με τη μόδα να διακριθεί, να ξεχωρίσει από τους άλλους εξομοιούμενος μαζί τους

Στον αιώνα μας έχουν καταρρεύσει πολλές δυναστείες αλλά στη ζωή μας κυριάρχησε ένας νέος δυνάστης, στις ιδιοτροπίες του οποίου υποταζόμαστε αγόγγυστα όλοι. Πρόκειται για τη μόδα.
Στην αλλοτριωτική δύναμη του κοινωνικού αυτού φαινομένου αναφέ­ρεται το εξεταζόμενο θέμα. Με τη λεκτική του αντίφαση («να ξεχωρίσει εξομοιούμενος») επισημαίνει μια μεγάλη κοινωνική αντίφαση : με τη μόδα επιζητούμε να διακριθούμε, να προβληθούμε, να ξεχωρίσουμε, εξομοιού­μενοι με τους άλλους. Γιατί ασφαλώς η μόδα - ο συρμός, όπως έλεγαν οι παλαιότεροι - απαιτεί συμμόρφωση σ' ένα ορισμένο στυλ εμφάνισης, που όσο κι αν είναι εξεζητημένο, δεν παύει να είναι τυποποιημένο.
Οι μεγάλοι δημιουργοί της μόδας, άριστοι γνώστες της ψυχολογίας, άρα και της ανθρώπινης ματαιοδοξίας, επιβάλλουν το ενιαίο σε μια συν­εχή ανανέωση. Οπότε ο άνθρωπος, για να μην υστερήσει, για να μη φανεί καθυστερημένος, απεναντίας μάλιστα για να φανεί περισσότερο προοδευ­μένος, περισσότερο μοντέρνος, αναγκάζεται να τρέχει πίσω από τη μόδα. Κάνει ό,τι του επιβάλλεται. Αλλοτριώνεται μέσα σ' αυτή τη γενική ομοι­ομορφία αλλ' έχει την ψευδαίσθηση ότι ξεχωρίζει, ότι διαφοροποιείται, ενώ απλώς αλλάζει το επίπεδο της τυποποίησης του.
Το οξύμωρο αυτό έχει τόσο πολύ κυριαρχήσει στη ζωή μας και γι' αυτό ο σημερινός άνθρωπος είναι μια διχασμένη προσωπικότητα. Ομοιοποιείται νομίζοντας ότι διαφοροποιείται. Ζητά την πρωτοτυπία στη μί­μηση. Ζητά την ελευθερία στην υποταγή, μια και για εκούσια υποταγή πρόκειται, όταν άσκεφτα κανείς συμμορφώνεται σε υποδείξεις, που αλλοι­ώνουν τα εξωτερικά στοιχεία της εμφάνισής του - όχι πάντοτε προς το καλύτερο.
Και όλα αυτά έχουν δυσάρεστες συνέπειες σ' όλο το φάσμα της ζωής μας. Πρώτα - πρώτα η εκάστοτε μόδα δεν αφήνει πολλά περιθώρια προσωπικής επέμβασης σ' αυτό που η ίδια δημιουργεί. Ο άνθρωπος χάνει βαθμι­αία την εκλεκτική του ικανότητα και συνηθίζει να μιμείται οτιδήποτε καινούργιο, για να μη φανεί καθυστερημένος. Έτσι δέχεται την υπνωτιστική διάβρωση ενός εθισμού, που υπονομεύει σιγά - σιγά την προσωπικότητά του. Δεν είναι αυτός που θά 'θελε να είναι, αλλ' είναι αυτό που θέλει η μόδα.
Και πέρα από αυτό, το αποδεχτό σήμερα, αυτό δηλαδή που θεωρείται σύγχρονο και δηλωτικό μιας ανεξάρτητης, μοντέρνας αντίληψης, θεωρεί­ται μετά από λίγους μήνες ξεπερασμένο, παλαιωμένο και χαραχτηρίζεται σαν γνώρισμα ενός απολιθωμένου, που βρίσκεται πίσω από την εποχή του.
Αυτό ανακλά δυσάρεστα στην οικονομική μας κατάσταση. Οι δημι­ουργοί της μόδας με το να αιχμαλωτίζουν τα γούστα μας αιχμαλωτίζουν το πορτοφόλι μας. Μας κάνουν απλά καταναλωτικά όντα. Όλη μας η δραστηριότητα εξαντλείται σε μια αγωνιώδη προσπάθεια εξεύρεσης χρη­μάτων, για ν' ανταποκριθούμε στις διαρκώς αυξανόμενες απαιτήσεις της μόδας ή για να ενημερωθούμε πάνω στις κάθε φορά νέες εξελίξεις και φαινομενικές τροποποιήσεις της. Αυτό όμως εμποδίζει τον άνθρωπο να διαθέσει τον εαυτό του για κάτι ουσιαστικότερο, για κάτι πνευματικότερο, που θα του έδινε δυνατότητα ουσιαστικής διάκρισης.
Η μόδα είναι κοινωνικό φαινόμενο και σαν τέτοιο υπόκειται σε συν­εχή εξέλιξη. Φυσικό είναι ο άνθρωπος να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της μόδας του καιρού του. Αφύσικο όμως είναι να αγωνίζεται για ελευθε­ρίες και από μόνος του να γίνεται αιχμάλωτος του βιομηχανοποιημένου γούστου. Γιατί, ένα πράγμα δεν πρέπει να ξεχνάμε: μόνο ό,τι είναι μον­τέρνο παλιώνει.
Δυστυχώς οι περισσότεροι άνθρωποι του καιρού μας δεν ξέρουν τι θέλουν. Σπαταλούν χρόνο και δυνάμεις και θυσιάζουν την ψυχική τους υγεία στο βωμό παράλογων επιθυμιών. Πολλές φορές επηρεάζονται από εξωτερικά ερεθίσματα και δε διαμορφώνουν μια αυτοδύναμη προσωπικότητα αλλά μια προσωπικότητα - εκμαγείο.
Έχει σ' αυτό κι η μόδα την ευθύνη της.

Πηγή :  http://www.sarantoskargakos.gr/

Ιστορία επί ποδός






Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΝΙΑΩΤΗ

Για την Κάρι στο «Sex and the city» τα παπούτσια είναι φετίχ. Αλλά και στη Μέριλιν τα ψηλοτάκουνα συμπλήρωναν τη σεξουαλική της εικόνα. Από την εποχή του Μεσαίωνα όμως, τα παπούτσια έχουν τη δική τους ιστορία.
Παπούτσια φτιαγμένα για να κόβουν την ανάσα των αντρών (και το βήχα των άλλων γυναικών). Παπούτσια που ντύνουν τα πόδια σου (και «γδύνουν» το υπόλοιπο σώμα σου). Παπούτσια που σε κάνουν να νιώθεις θεά (κατά προτίμηση του σεξ). Παπούτσια που κάνεις τα πάντα για να τα αποκτήσεις (κυριολεκτικά!). Παπούτσια που ερωτεύεσαι με την πρώτη ματιά (και αποχωρίζεσαι με την πρώτη ευκαιρία). Εχει υπολογιστεί ότι στη διάρκεια της ζωής του ένας άνθρωπος περπατά κατά μέσον όρο περίπου τρεις χιλιάδες χιλιόμετρα. Επομένως, τα παπούτσια είναι πολύ χρήσιμα και στα δύο φύλα. Αλλά μόνο για τις γυναίκες αποτελούν απόλυτη εμμονή. Το γιατί, παραμένει μυστήριο. Ισως επειδή τα παπούτσια σε σχέση με άλλα πράγματα (τα ρούχα, για παράδειγμα) έχουν ένα τεράστιο πλεονέκτημα. Μια γυναίκα μπορεί να είναι παχιά ή αδύνατη, κοντή ή ψηλή, όμορφη ή άσχημη, αλλά μπορεί να αγοράσει όλα τα παπούτσια που επιθυμεί.

Η Πάολα Τζακόμπι, δημοσιογράφος και ειδική ανταποκρίτρια του ιταλικού «Vanity Fair», ξεκινώντας από την προσωπική της «υποδηματογραφία», κυκλοφόρησε μόλις το βιβλίο «Αυτά τα παπούτσια τα θέλω» (εκδόσεις «Κέδρος»). Οι σελίδες του διασχίζουν αιώνες γυναικείας φιλαρέσκειας, αποκαλύπτοντας την αιώνια ψευδαίσθηση για τις μαγικές δυνάμεις που κρύβουν τα παπούτσια, τη σκανδαλιστική σχέση των παπουτσιών με το σεξ, το επίμονο φλερτ με την τέχνη, την ψυχολογία και την πολιτική (τα κορίτσια της αριστεράς φορούσαν Clarks, τα αγόρια της δεξιάς Barrows, το '80 το κλίμα αφθονίας του Ρέιγκαν έφερε σε όλο τον κόσμο τα Timberland). Με ευστοχία και χιούμορ, η Τζάκομπι προσδιορίζει τη θέση των παπουτσιών στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, ρίχνει κρυφές ματιές στο λαμπερό κόσμος της μόδας και αναλύει το σκληρό νόμο της φτέρνας.

Δεν μπορεί να είναι σύμπτωση το γεγονός ότι από το παραμύθι της Σταχτοπούτας μέχρι σήμερα οι ιστορίες που αναφέρονται σε γυναίκες συνδέονται στενά με τα υποδήματα- είτε πρόκειται για την κατάκτηση του πρίγκιπα με το κρυστάλλινο γοβάκι (ξεκάθαρο σύμβολο της παρθενικότητας) είτε για την κατάκτηση του Mr Big με τα σοφιστικέ τακούνια της Κάρι στο «Sex & the City». Διαλέξαμε από το βιβλίο μερικά πράγματα που δεν ξέρατε για την ιστορία και την κουλτούρα των παπουτσιών και ίσως θέλατε να μάθετε:

**Τα σανδάλια θεωρούνται «σκανδαλιστικά» από τη γέννησή τους. Ακόμη και στη Βίβλο υπάρχει σχετική αναφορά: λίγο πριν από τον αποκεφαλισμό της Ιουδήθ, ο Ολοφέρνης βρισκόταν σε κατάσταση έκστασης από το θαυμασμό του για τα υπέροχα σανδάλια.

**Η λέξη «γαλότσα» προέρχεται από τους Γαλάτες, από τους οποίους οι Ρωμαίοι, όταν τους κατέκτησαν, έκλεψαν την ιδέα να σκεπάζουν στη βροχή τα παπούτσια τους με κομμάτια δέρματος.

**Τα ανδρικά παπούτσια άρχισαν να διαφοροποιούνται από τα γυναικεία στα τέλη του 15ου αιώνα. Αυτό οφείλεται στη φυσική ιδιομορφία του Καρόλου Η' της Γαλλίας, που είχε έξι δάκτυλα στα πόδια και ζήτησε να του φτιάξουν παπούτσια φαρδιά με τετράγωνη μύτη. Η μόδα διαδόθηκε σε όλη την Ευρώπη και έφτασε και στην Αγγλία όπου ο Ερρίκος ο Η' και οι αυλικοί φορούσαν παπούτσια με σόλες που έφταναν τα δεκαεφτά εκατοστά. Οσο πιο μεγάλη η σόλα, τόσο πιο ισχυρός αυτός που τη φορούσε.

**Οι καλλιτεχνικές παραλλαγές των τακουνιών προέρχονται από την Αυλή των Βερσαλιών. Ο Λουδοβίκος «Βασιλιάς Ηλιος», επειδή ήταν πολύ κοντός, ήθελε πάντα να φορά τακούνια, αλλά δεδομένου του χαρακτήρα του δεν αρκούνταν σε κάτι απλό. Του έφτιαχναν τακούνια ζωγραφισμένα με βουκολικές και σκηνές μαχών.

**Λέγεται ότι η καημένη η Ζαν Ντ'Αρκ κάηκε στην πυρά εξαιτίας ενός ζευγαριού μπότες. Η παρθένα της Λορένης είχε τη συνήθεια να τις φορά σε μια εποχή που οι μπότες προορίζονταν αποκλειστικά για άνδρες.

Οι μπότες άρχισαν να σημαίνουν περισσότερα για τις γυναίκες τη δεκαετία του '60, συνοδεύοντας τις μίνι φούστες της Μαίρης Κουάντ. Η φήμη και η χρήση τους ενισχύθηκε από τη φουτουριστική σέξι θεά Μπαρμπαρέλα και τις ατελείωτες λευκές μπότες που φορούσε η Τζέιν Φόντα στην ταινία του Ροζέ Βαντίμ.

**Ο Σίγκμουντ Φρόιντ έλεγε ότι η παιδική οικειοποίηση των μητρικών παπουτσιών είναι σχεδόν απόπειρα αποπλάνησης του πατέρα.

Το ανδρόγυνο στιλ

**Λίγο πριν από το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ο Σαλβατόρε Φεραγκάμο έφτιαξε στη Φλωρεντία ένα ζευγάρι παπούτσια με πλατφόρμα από φελλό- υλικό που αποτελούσε βολική λύση στα δύσκολα εκείνα χρόνια. Εδειξε το πρωτότυπο σχέδιο στην πιο καλή του πελάτισσα, τη δούκισα Βισκόντι ντι Μοντρόνε. «Τι άσχημα παπούτσια είναι αυτά» είπε εκείνη, αλλά πείστηκε να τα φορέσει μία φορά στην εκκλησία. Από την επόμενη Κυριακή οι κυρίες της Φλωρεντίας ακολούθησαν. Το σχέδιο έμεινε στη μόδα όλη τη δεκαετία του '40 αλλά μετά τον πόλεμο έπεσε η αυλαία για τις πλατφόρμες, επειδή θύμιζαν τα χρόνια της δυστυχίας. Επανήλθαν τη δεκαετία του '70, υπό τη νέα λάμψη του γκλαμ ροκ.

**Κατά τα άλλα, ο Φεραγκάμο χώριζε τις γυναίκες σε τρεις κατηγορίες με βάση το μέγεθος των παπουτσιών: τις Σταχτοπούτες (νούμερο 37 και κάτω), τις Αφροδίτες (νούμερο 37 ακριβώς) και τις Αριστοκράτισσες (νούμερο 38 και πάνω).

**Η πρώτη επώνυμη που επέλεξε να φορά ανδρικά παπούτσια και τα έκανε μόδα στη δεκαετία του '20 ήταν η Ελινορ Ρούσβελτ. Φορούσε ένα πρωτότυπο μοντέλο δετών παπουτσιών Oxford. Η επιλογή της δεν ήταν μόνο θέμα στιλ. Η σύζυγος του προέδρου Ρούσβελτ ήταν υπέρμαχος της ανεξάρτητης σκέψης και αντιπροσώπευε μια γενιά γυναικών οι οποίες μεγαλώνοντας ανάμεσα σε δύο παγκόσμιους πολέμους δεν επέλεγαν τις περιττές επιπολαιότητες.

**Στη δεκαετία του '50, οι ναπολιτάνοι πολιτικοί δώριζαν στους πιθανούς ψηφοφόρους τους μόνο ένα παπούτσι. Και μετά την εκλογή τους, τους χάριζαν και το άλλο.

**Το ανδρόγυνο στιλ κάποιων παπουτσιών άρχισε να γίνεται λιγότερο αυστηρό κάτω από τους λαμπερούς προβολείς του σινεμά. Στα πόδια της Γκρέτα Γκάρμπο, τα παπούτσια με κορδόνια μετέφεραν μια διφορούμενη αίσθηση, ενώ στα πόδια της Μάρλεν Ντίτριχ καθιέρωσαν μια νέα εικόνα φινέτσας και σεξ απίλ.

**Τα μποτίνια μέχρι τον αστράγαλο ήταν κατ' αρχάς παπούτσια για άνδρες. Οι πρώτοι που τα πρόβαλαν ήταν οι Μπιτλς, από τους οποίους πήρε και το όνομά του στο συγκεκριμένο σχέδιο: χαμηλό, από μαύρο δέρμα και με μια ελαστική μπάντα στο πλάι αντί για φερμουάρ. Αρχικά η μύτη ήταν στρογγυλή αλλά στη συνέχεια έγινε πιο λεπτή και μακριά, ακολουθώντας κατά κάποιον τρόπο την εξέλιξη της μουσικής, που έγινε πιο αιχμηρή και θορυβώδης.

** Ο ανθρωπολόγος Ντέσμοντ Μόρις έχει παρομοιάσει τα μυτερά παπούτσια μία από τις πιο απάνθρωπες μορφές φυσικής παραμόρφωσης: τη συμπίεση του κρανίου των νεογνών.

**«Δεν ξέρω ποιος εφηύρε τα ψηλά τακούνια αλλά όλοι οι άντρες του οφείλουν πολλά», δήλωνε η Μέριλιν Μονρόε, με το πιο λικνιστικό βάδισμα του περασμένου αιώνα. Η δε Σέλεϊ Γουίντερς διηγόταν ότι μαζί με την Μέριλιν έκλεβαν συχνά παπούτσια από τα βεστιάρια των στούντιο. Ανάμεσά τους και ένα ζευγάρι περίτεχνα σανδάλια με λουράκι στον αστράγαλο, ψηλά τακούνια και μεγάλο φιόγκο στη μύτη. Οι δύο κλέφτρες τα αποκαλούσαν γελώντας «fuck-me-shoes»...

**Στον κόσμο των παπουτσιών οι μπαλαρίνες είναι ότι το λευκό πουκάμισο στα ρούχα: απλές, φινετσάτες, κλασικές, σικ και έχουν συνδεθεί άρρηκτα με την Οντρεϊ Χέπμπορν.

**Τα Birkenstock, ένα από τα πιο άνετα, αλλά και τα πιο άσχημα σχέδια στην Ιστορία, κατασκευάστηκαν το 1967 στη Γερμανία. Ενα χρόνο αργότερα, χάρη σε ανεξήγητο καπρίτσιο της μόδας, έγιναν τα must παπούτσια στα πανεπιστήμια του Σαν Φρανσίσκο, μόδα των χίπις, των μπίτνικς, σύμβολο του γιούνισεξ και της ελευθερίας των ιδεών στο κεφάλι και στα πόδια. Η Ιταλία είναι η μόνη χώρα στην οποία τα Birkenstock δεν έπιασαν ποτέ.

**Το 1986, όταν τρεπόταν σε φυγή από τις Φιλιππίνες παίρνοντας το δρόμο της εξορίας, η Ιμέλντα Μάρκος φορούσε ένα ζευγάρι παντόφλες από μπλε βελούδο. Κατηγορούμενη για τις εγκληματικές σπατάλες της, η Ιμέλντα υπερασπίστηκε τον εαυτό της: «Δεν είναι αλήθεια ότι είχα τρεις χιλιάδες ζευγάρια- ήταν μόνο 1.060!»

**Ενας από τους πρωταγωνιστές στην έκρηξη πωλήσεων αθλητικών παπουτσιών είναι η ΝΙΚΕ, που εκτοξεύθηκε στην κορυφή τη δεκαετία του '90. Το '80 κυριαρχούσαν τα Reebok που αγαπούσαν οι φαν της αεροβικής και η Τζέιν Φόντα και τα φορούσε η Μέλανι Γκρίφιθ στο «Εργαζόμενο Κορίτσι». Η ταινία «Οικογένεια Τανενμπάουμ» στις αρχές της νέας χιλιετίας έφερε στο προσκήνιο τρεις φίρμες που βρίσκονταν εντελώς εκτός μόδας: την Adidas, τη Fila και τη Lacoste. Ανάλογη πορεία είχε και η Asics, μία ακόμη μάρκα που είχε μείνει για καιρό στη σκιά και έγινε καλτ όταν η Ούμα Θέρμαν φόρεσε στο Kill Bill, ένα ζευγάρι κίτρινα Asics, το γνωστό πλέον μοντέλο Onitska Tiger. Τα Puma κατάκτησαν οι φανατικοί του σκέιτμπορντ.

**Οι πολέμιοι της παγκοσμιοποίησης δείχνουν προτίμηση στα Camper, παπούτσια ισπανικής προέλευσης, των οποίων ο σχεδιασμός κρύβει ειρωνεία καθώς το δεξί και το αριστερό παπούτσι έχουν λεπτομέρειες που τα κάνουν διαφορετικά.

**Η εταιρεία Prescott &MacKay στο Λονδίνο παραδίδει μαθήματα κατασκευής παπουτσιών μέσα σε δύο ημέρες.

Πληροφορίες στην ιστοσελίδα www.prescottandmackey.co.uk


Πηγή : http://archive.enet.gr / 7 - 30/12/2007

Η Ιστορία των παπουτσιών (Infographic)


Ρίξτε μια ματιά:
History of Shoes - Step by Step

Infographic by: www.shoestores.com

Χιλιάδες χρόνια ιστορίας της ελληνικής ενδυμασίας

Η υφαντική τέχνη
Η υφαντική τέχνη εμφανίζεται στο Αιγαίο -και μάλιστα σε αρκετά εξελιγμένη μορφή- κατά τη Nεολιθική εποχή. Η υφαντική τέχνη θεωρείται ότι ξεκίνησε από τα σκοινιά και τα δίχτυα, που οι προϊστορικοί άνθρωποι είχαν ήδη αρχίσει να κατασκευάζουν για να τα χρησιμοποιήσουν στο κυνήγι και το ψάρεμα.
Η πρώτη υφαντική ίνα ήταν το λινάρι και αργότερα το μαλλί. Οι πληροφορίες που διαθέτουμε είναι μόνο έμμεσες και προέρχονται κυρίως από διάφορα εργαλεία ύφανσης που έχουν βρεθεί σε νεολιθικές θέσεις. Ανάμεσα σ΄αυτά διακρίνονται πήλινα σφοντύλια για το γνέσιμο του μαλλιού, οστέινες βελόνες για το ράψιμο των ρούχων, ενώ τα υφαντικά βαρίδια μαρτυρούν ότι ο τύπος του όρθιου αργαλειού βρισκόταν ήδη σε χρήση.
παραδοσιακή φορεσιά
Η κατασκευή των υλικών της παραδοσιακής φορεσιάς, η υφαντή ή τεχνητή διακόσμηση και τα κοσμήματα της διατηρούν με προσήλωση τα παραδοσιακά στοιχεία καθώς αυτά εκφράζουν την αισθητική και τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις ενός κοινωνικού συνόλου στη διάρκεια της ζωής του Εθνους. Tα στοιχεία που την αποτελούν έχουν όμως, τις καταβολές τους στην αρχαιότητα, προσαρμόζοντας εγχώρια ή ξένα σύγχρονα στοιχεία τα οποία μορφοποιούν την τελική παρουσίασή της
Τα ρούχα των αρχαίων Ελλήνων
Τα ρούχα των αρχαίων Ελλήνων ράβονταν και φοριόνταν πολύ εύκολα. Συνήθως ήταν ένα τετράγωνο κομμάτι υφάσματος που δε χρειαζόταν ιδιαίτερη δουλειά για να φτιαχτεί. Το πιο συνηθισμένο ένδυμα που φορούσαν τόσο οι γυναίκες, όσο και οι άνδρες έμοιαζε με μακριά πουκαμίσα και λεγόταν πέπλος ή χιτώνας. Πάνω απ’ αυτό φορούσαν ένα μανδύα που λεγόταν ιμάτιο. Το ιμάτιο ήταν ένα τετράγωνο ύφασμα, συνήθως μάλλινο, το οποίο έφεραν οι άνδρες κατάσαρκα και ενίοτε πάνω από τον χιτώνα, οι δε γυναίκες πάντοτε σχεδόν ως πανωφόρι, πάνω από τον χιτώνα ή τον πέπλο. Εισαχθέν κατά τον Ζ’ π.α.χ.χ. αιώνα από την Ιωνία, το ιμάτιο θεωρείται ανατολικής προέλευσης. Μέχρι τα μέσα του ΣΤ’ π.α.χ.χ. αιώνα ρίπτονταν επί του αριστερού ώμου λοξά από μπροστά προς τα πίσω, κάλυπτε δε την ράχη, πλην του δεξιού ώμου, διέρχονταν κάτω από την δεξιά μασχάλη και η άκρη αυτού κρατιόταν με το αριστερό χέρι ή και αυτή έπεφτε πάνω στον αριστερό ώμο. Ενίοτε όμως, ιδίως από τις γυναίκες, περνώντας το ιμάτιο κάτω από τη δεξιά μασχάλη ρίχνονταν πάνω από τον δεξί ώμο, αφήνοντας ακάλυπτο το μπροστινό μέρος του σώματος. Και στις δύο περιπτώσεις αυτός ο τρόπος ενδύσεως λέγονταν «επιδέξια αναβάλλεσθαι». Από δεξιά προς τα αριστερά έφεραν συνήθως το ιμάτιο οι βάρβαροι και οι δούλοι. Από τα μέσα του Ε’ π.α.χ.χ. αιώνα, το ιμάτιο καθίσταται από τις γυναίκες στενότερο, φοριόνταν κατά τον ίδιο τρόπο αλλά από τον αριστερό ώμο, ενώνονταν το μέσον αυτού με την πρώτη άκρη με πόρπες, το υπόλοιπο τυλίγονταν γύρω από τον βραχίονα και σχημάτιζε κομψότατες πτυχές. Στην αρχή ο τρόπος αυτός επικρατούσε στην ανατολική Ελλάδα (ευρήματα Δορυλαίου, Κλαζομενών, Δήλου κ.ά.). Στην κυρίως Ελλάδα εισήχθη αργότερα, χωρίς να λάβει μεγάλη διάδοση και εξαφανίσθηκε πριν από τους Περσικούς. Παρεμφερής με το ιμάτιο ήταν ο πέπλος. Οι πτυχές και των δύο αυτών ενδυμάτων, κατ’ άλλους, σχηματίζονταν μέσω του σιδερώματος ή του ραψίματος, όπως οι σύγχρονοι πλισέδες. Από τις αρχές του Δ’ αιώνα π.α.χ.χ. ιμάτιο φέρουν μερικές φορές και έφηβοι. Οι δε άνδρες, και από προηγούμενους χρόνους, συνηθίζουν να καλύπτουν και τους δύο ώμους με το ιμάτιο και κρατούν τις δύο άκρες με το αριστερό χέρι. Έτσι η δεξιά πλευρά, που πριν ήταν ελεύθερη, τώρα καλύπτεται και ο τρόπος αυτός καλούνταν «εντός την χείραν έχειν». Σε μεταγενέστερες εποχές έχοντας επικρατήσει ποικίλοι τρόποι, ιδίως από τις γυναίκες, καλύπτονταν μερικές φορές το κεφάλι με το ιμάτιο, άλλοτε αυτό έφθανε μέχρι το έδαφος αρχίζοντας από το λαιμό ή τέλος φέρονταν υπό τις καθισμένες γυναίκες από τη μέση προς τα κάτω, αφήνοντας ελεύθερο το πάνω μέρος του σώματος. Η διακόσμηση του ιματίου στην αρχή ήταν απλούστατη, μονόχρωμη με απλό κέντημα στις άκρες. Από την ελληνιστική όμως εποχή αυτό κατέστη πολυτελέστατο (πορφυρό, χρυσοποίκιλτο). Το ελληνικό ιμάτιο σε ευρύτερη κλίματα χρησιμοποιήθηκε στην Ετρουρία, στην Ρώμη που μόλις τον Α’ π.α.χ.χ. αιώνα κατέστη ισότιμο με την Ρωμαϊκή αμφίεση. Το ιμάτιο που είχε εισαχθεί στην Ρώμη από τον Γ’ αιώνα π.α.χ.χ. περιφρονούνταν και οι πολίτες που έφεραν αυτό καλούνταν graeci palliati. Ο Σκηπίων ο Αφρικανός, ο Ραβίριος, ο Ουέρρης κ.ά. κατηγορήθηκαν δημόσια ότι έφεραν το ελληνικό ιμάτιο. Πέπλος κατά τους αρχαίους χρόνους καλούνταν το περίβλημα ή επίβλημα, το οποίο διέφερε από τη χλαμύδα ως ευρύτερο και από το ιμάτιο ως μεγαλύτερο, ωραιότερο και πολυτελές. Κατά τους ομηρικούς χρόνους ήταν γυναικείο ένδυμα, ύφασμα πολύπτυχο, πολυτελές μάλλινο έγχρωμο, πλατύ, αχειρίδωτο, άφηνε τους βραχίονες γυμνούς, συγκρατούνταν από τους ώμους με πόρπες και έφθανε μπροστά μέχρι την βάση των ποδιών και το πίσω μέρος σέρνονταν στο έδαφος. Τέτοιον πέπλο έφεραν οι Τρωάδες «ελκεσίπεπλοι» (Ομ. Ιλ. Ζ 442) και η Ελένη «τανύπεπλος» (Ομ. Οδ. δ 305). Κατά τον Όμηρο αναγράφεται ο πέπλος ως «ποικίλος» που ήταν κεντητός (Ιλ. Ε 735), «παμποίκιλος», ολοκέντητος (Ιλ. Ζ 289), αναφέρονται πολλά επίθετα όπως: «κυανόπελος», «κροκόπεπλος» κ.λπ. Από τα έργα τέχνης αλλά και από τις γραπτές πηγές αρχαίων ποιητών και συγγραφέων φαίνεται πως ο πέπλος φορεμένος συγκρατούνταν από πόρπες. Φορούνταν όμως και άνευ πόρπων ή πόρπης από την ανοιχτή πλευρά, ο οποίος συγκρατούνταν με ζώνη απ’ τα πλευρά, από όπου και τα επίθετα του Ομήρου «βαθύζωνος» (Ιλ. Ι 594, Οδυσ. Γ 154 κ.ά.), «εύζωνος» (Ζ 467 κ.ά.) ενώ στο στήθος το ύφασμα προσέπεφτε διπλό ως «απόπτυγμα». Με τον πέπλο κάλυπταν πολλές φορές όχι μόνο το σώμα αλλά και το κεφάλι. Τέτοιον πέπλο έφεραν συνήθως κατά τις κηδείες. Επίσης και κατά τους γάμους, όταν η νύφη ενδεδυμένη με λαμπρό πέπλο παραδίδονταν στον σύζυγο στην πόρτα του νυφικού θαλάμου. Με αυτό καλυμμένη περιγράφεται από τον Όμηρο η «κροκόπεπλος Ηώς» (Ιλ. Θ 1, Ψ 227) και από τον Ευριπίδη η «μελάμπεπλος Νυξ» (Ίων. 1150). Κατά τους ιστορικούς χρόνος ο πέπλος ήταν το κυρίως ελληνικό ένδυμα, όχι μόνο των γυναικών αλλά και των ανδρών, είδος μανδύα, με τον οποίο ήταν δυνατό να καλυφθεί όλο το σώμα και το κεφάλι και το πρόσωπο και τα χέρια. Στους πέπλους υφαίνονταν ποικίλες και θαυμαστές παραστάσεις αλλά η αρχή της τέχνης αυτής της υφάνσεως ήταν ανατολική (Ευριπ. Ίων. 1159). Οι άριστα βαμμένοι και κεντημένοι πέπλοι κομίζονταν από την Τύρο και τη Σιδώνα (Ιλιάδ. Ζ 289). Πολλές περιγραφές πέπλων έχουμε από τους ποιητές όπως ο Ευριπίδης (π.χ. Ίων 1141) όπου περιγράφεται πέπλος έχοντας υφασμένα τον ήλιο, τη σελήνη, τους αστέρες. Μεταξύ διαφόρων άλλων περιέχονταν άγρια θηρία και άλλες ποικίλες παραστάσεις που ανήκαν στον εν Δελφοίς ναό του Απόλλωνος και χρησίμευε ως μεγαλοπρεπή σκηνή, στην οποία γίνονταν εστιάσεις. Πέπλους δεν είχαν μόνον οι πλούσιοι ιδιώτες (Ομ. Οδυς. Σ. 104) αλλά και οι ναοί, τους οποίους προσέφεραν λατρευτές (Ιλ. Ζ 274). Τον πέπλο τον διατήρησαν οι Δωριείς μέχρι τον 5ο αιώνα, ο οποίος διατηρήθηκε και από τους Ρωμαίους, ενώ οι Ίωνες σιγά σιγά τον αντικατέστησαν με τον λινό χιτώνα.
Χρώματα
Συνήθως πιστεύουν ότι οι Έλληνες ντύνονταν στα λευκά, αλλά αυτή η γνώμη είναι λαθεμένη. Το πλήθος στην Αθήνα παρουσίαζε μια εικόνα πολύ γραφική, που δεν έμοιαζε καθόλου με μια μονότονη πομπή λευκών μορφών. Η ενδυμασία ήταν κατασκευασμένη από υφάσματα με ζωηρά χρώματα, κάποτε μάλιστα από πολλά χρώματα (ειδικότερα η ενδυμασία των νέων) : πορφυρό, κόκκινο, πράσινο και γαλάζιο.
Στους άντρες δεν άρεσε το κίτρινο χρώμα, το θεωρούσαν καλό μόνο για τις γυναίκες. Τα λευκά ενδύματα στολίζονταν με μια λωρίδα χρωματιστή. Το κύριο αντικείμενο της αντρικής ενδυμασίας ήταν ο χιτώνας, που τον φορούσαν κατάσαρκα. Ο χιτώνας δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα κομμάτι πανί, με τρύπες για τα χέρια, που το έπιαναν στον έναν ώμο με πόρπη. Το μήκος του χιτώνα ποίκιλλε ανάλογα με την εποχή. Στην αρχή ήταν πολύ μακρύς, μα αργότερα άρχισαν να τον σφίγγουν στη μέση με ένα κορδόνι και έτσι έφτανε ως τα γόνατα. Κάποτε στο χιτώνα έβαζαν και μανίκια. Οι χιτώνες, που προορίζονταν για τους υπηρέτες, τους βιοτέχνες, τους στρατιώτες και τους δούλους είχαν μια τρύπα, μονάχα για το αριστερό χέρι, ο δεξιός ώμος έμενε ακάλυπτος. Πάνω από το χιτώνα οι Αθηναίοι φορούσαν ένα είδος μανδύα ή πελερίνα που το έλεγαν ιμάτιο. Τη μια άκρη του ιματίου την έσφιγγαν στο στήθος κάτω από την αριστερή μασχάλη, ενώ το υπόλοιπο το έριχναν στην πλάτη, πάνω από τον αριστερό ώμο, περνώντας το κάτω ή πάνω από το δεξί χέρι και ξαναπερνώντας το πάνω από τον αριστερό ώμο έτσι που η άλλη άκρη να κρέμεται στην πλάτη.
Ένα ιμάτιο για να θεωρείται σεμνό έπρεπε να καλύπτει τα γόνατα, αλλά να μη φτάνει ως τους αστράγαλους. Υπήρχε και ένας κοντός μανδύας, πιασμένος με μια πόρπη κάτω απ' το λαιμό και αφημένος να πέφτει ελεύθερα πάνω απ' τους ώμους και τις πλάτες. Αυτή η πελερίνα ονομαζόταν χλαμύδα και τη φορούσαν στον πόλεμο, στο κυνήγι και στα ταξίδια. Στην Αθήνα η χλαμύδα ήταν το συνηθισμένο ένδυμα της νεολαίας.
Το κεφάλι έμενε ακάλυπτο. Οι Έλληνες φορούσαν κάλυμμα μόνο όταν έβγαιναν έξω απ' την πόλη για να προστατεύουν το κεφάλι τους από τη ζέστη και τη Βροχή. Στους δρόμους της Αθήνας μπορούσε να συναντήσει κανείς με κάλυμμα μόνο ταξιδιώτες ή ανάπηρους. Κανένας δεν μπορούσε να φαντασθεί τον Πλάτωνα ή τον Δημοσθένη να διασχίζει την Αγορά με κάλυμμα στο κεφάλι. Υπήρχαν ορισμένα είδη καλύμματος λευκά ή καφέ. ο πίλος ήταν ένα είδος καλύμματος από πίλημα με πολύ μικρούς γύρους ή και χωρίς γύρους και ο πέτασος ένα αληθινό καπέλο από πίλημα, ίσιο στην κορυφή, με μια κορδελίτσα. Η κορδελίτσα είχε σκοπό να σφίγγει καλά τον πέτασο κάτω από το σαγόνι ή να τον κρατάει όταν τον έβγαζαν και τον έριχναν πίσω στις πλάτες. Η κυνή ήταν ένα κάλυμμα χωρίς γύρους, δηλαδή ένας απλός στρογγυλός σκούφος, από δέρμα σκυλιού.
ΚόμηΟι Έλληνες είχαν πυκνά μαλλιά. Δεν έκοβαν τα μαλλιά τους πολύ κοντά. τα έκοβαν έτσι που να καλύπτουν το κεφάλι, αλλά να μη φτάνουν ως τους ώμους. Μερικοί κομψευόμενοι νεανίες, σαν τον Αλκιβιάδη π.χ., είχανε μακριούς Βοστρύχους χτενισμένους με φροντίδα. Οι αθλητές, αντίθετα, έκοβαν τα μαλλιά τους πολύ κοντά. Εκτός απ' τους κομψευόμενους νέους, Βοστρύχους άφηναν και οι φιλόσοφοι, αυτό ήταν άλλωστε το διακριτικό τους γνώρισμα.
ΥποδήματαΣτα πόδια οι Έλληνες φορούσαν σανδάλια, που τα 'δεναν με δερμάτινους ιμάντες, αλλά υπήρχαν κι άλλοι τύποι υποδημάτων, όπως μπότες, άρβυλα και σκαρπίνια. Τα υποδήματα τα κατασκεύαζαν από δέρμα λευκό, μαύρο ή ερυθρό και συχνά ήταν πολύ κομψά, κυρίως αυτά που φορούσε ο Αθηναίος όταν πήγαινε επίσκεψη ή ήταν καλεσμένος σε τραπέζι. Ακριβώς η υπόδηση ήταν το αντικείμενο όπου εκδηλωνόταν η φαντασία των κομψών Αθηναίων. Μας είναι γνωστοί μερικοί τύποι υποδημάτων που συνδέονται με το όνομα ορισμένων προσώπων. ΟΙ Αθηναίοι είχαν να λένε για τα "υποδήματα του Αλκιβιάδη", και για τα "άρβυλα του Ιπποκράτη". Γενικά τα υποδήματα γίνονταν από δέρμα, αλλά κάποτε τα έφτιαχναν κι από πίλημα, όπως τα καλύμματα της κεφαλής. Μερικοί κομψευόμενοι στόλιζαν τα υποδήματά τους με χρυσό και ασήμι. Τα μαύρα υποδήματα τα στίλβωναν με σφουγγάρι. Σχετικά με το στίλβωμα των υποδημάτων έφτασε ως εμάς το εξής διασκεδαστικό ανέκδοτο: ένας Αθηναίος συναντήθηκε στο δρόμο με έναν γνωστό του και παρατήρησε ότι τα υποδήματά του ήταν θαυμάσια στιλβωμένα. Απ' αυτό έβγαλε το συμπέρασμα ότι ο φίλος του περνάει οικονομικές δυσκολίες και ήταν υποχρεωμένος να λουστρίζει μόνος του τα υποδήματά του, γιατί ένας δούλος δεν θα του τα λούστριζε ποτέ τόσο καλά. Στο σπίτι οι Αθηναίοι πάντα γυρνούσαν ξυπόλητοι. Οι δρόμοι όμως είχαν τέτοιες βρωμιές, που ήταν απόλυτη ανάγκη να προφυλάγει κανένας τα πόδια του. Άλλωστε αυτό ήταν και ζήτημα διάθεσης και συνήθειας. Οι ψημένοι άνθρωποι της παλιάς σχολής, όπως ο Σωκράτης ή ο Φωκίωνας, γυρνούσαν ξυπόλητοι και στους δρόμους. Ο Σωκράτης δεν φορούσε υποδήματα ούτε το χειμώνα. Η περιβολή των Αθηναίων συμπληρωνόταν με ένα δαχτυλίδι κι ένα ραβδί. Τα δαχτυλίδια με γλυφές χρησιμοποιούνταν και σαν κόσμημα και σαν σφραγίδα. Μερικοί φορούσαν μάλιστα πολλά δαχτυλίδια. Το ραβδί ήταν ένα εξάρτημα απόλυτα υποχρεωτικό, η τελευταία λέξη της κομψότητας, για να εκφραστούμε έτσι, που ολοκλήρωνε την εμφάνιση του Αθηναίου. Ούτε περνούσε από το μυαλό ενός σεβαστού πολίτη να βγει στο δρόμο χωρίς ραβδί. Έτσι ο Αθηναίος ήταν έτοιμος να βγει. Δεν του έμενε παρά το πρόγευμα. Το φαγητό τού έτρωγε πολύ λίγο χρόνο. Μερικά κομματάκια ψωμί βουτηγμένα σε κρασί, αυτό ήταν όλο κι όλο το πρωινό του φαγητό. Οποιαδήποτε κι αν ήταν τα ελαττώματά του, η λαιμαργία δεν περιλαμβανόταν σ' αυτά. Ύστερα απ' αυτό το πρόγευμα, ο Αθηναίος έβγαινε στην πόλη. Τον ακολουθούσαν δύο δούλοι: αυτοί θα μετέφεραν τα ψώνια ή θα πήγαιναν κάποια είδηση στο σπίτι ή σε κάποιον φίλο. Αν δεν ήταν πολύ πλούσιος, τον ακολουθούσε ένας δούλος. Κι αν δεν είχε τη δυνατότητα να διατηρεί έστω κι έναν δούλο, θα συμφωνούσε έναν αχθοφόρο στην αγορά, όπου πρώτα - πρώτα θα κατευθυνθεί.
Πηγές: http://www.fhw.gr/exhibitions/hellenic_costume/gr/firstpage2.html,Ιστοσελίδα ANCIENT WEB , http://4gym-kozan.koz.sch.gr/ergasies/foresies/sub4comenius5.htm, ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΩΚΡΑΤΗΣ- COMENIUS,http://www.hellenicpantheon.gr/endymasia.htm, grundnig-vassilis.blogspot.com/2008_12_01_arc...

Πηγή :  http://pyrron.blogspot.com